Ο βιοσ του αγιου σπυριδωνα
Συμπλήρωσε τα επεισόδια του βίου του...
Συμπλήρωσε την εικόνα...
ΕΝΑΡΞΗ...
evikosmidou
ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΟΥ: Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα – σημερινή Τρεμετουσιά – όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός.
Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική ή την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χήρων και ορφανών. Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου.
Μετά από πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ιερέας. Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «Ἀνεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητας» (Α’ προς Τιμόθεον γ’ 2-7). Δηλαδή ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν επίσκοπο. Από τη θέση αυτή ο Σπυρίδων προχώρησε τόσο πού στην αρετή, ώστε τον αξίωσε ο Θεός να κάνει πολλά θαύματα. Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ.
ΟΔΗΓΙΕΣ...
ΟΔΗΓΙΕΣ
1. Κάντε κλικ στις εικόνες, για να δείτε τις διηγήσεις περιστατικών από τον βίο του Αγίου Σπυρίδωνα. 2. Σύρτε τις εικόνες στο κατάλληλο πλαίσιο, ώστε να συμπληρωθεί η εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα, αντιστοιχίζοντας το εικονίδιο που συνοδεύεται από τη διήγηση του βίου του με τον τίτλο μέσα στο πλαίσιο που βρίσκεται γύρω από την κεντρική εικόνα του.
ΕΝΑΡΞΗ...
3. Ὁ ἅγιος τῇ τῶν κεφαλών μεταθέσει τοὺς φονευθέντας ἵππους ἀναζωόσας
4. Ο Άγιος διδάσκει το δόγμα της Ἁγίας Τριάδος
2. Ὁ Ἄγιος μεταβάλλων τὸν ὄφιν εἰς χρυσόν
1. Ὁ Ἄγιος χειροτονού-μενος ἐπίσκοπος
6. Ὁ ἀσπασμός τοῦ βασιλέως Κωνσταντίου πρὸς τὸν Ἅγιον
5. Τὸ ἐνύπνιον τοῦ βασιλέως Κωνστάντιου
8. Ὁ Ἅγιος τὸ ἕαυτοῦ θυγάτριον νεκρόν ἀνέστησεν
7. Ὁ Ἅγιος βαπτίζων καὶ διδάσκων τοὺς ἀπίστους.
10. Ὁ Ἅγιος βοηθά τούς κλέπτας να μεταφέρουν τη σοδειά του.
9. Ὁ Ἅγιος διὰ προσευχῆς συντρίβει τὰ εἴδωλα ἐν τῷ ναῷ.
11. Διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ Ἁγίου ὁ ποταμὸς ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω.
12.Ὁ Ἅγιος σώζει την Κέρκυρα ἀπὸ τοὺς Τούρκους (1715).
14. Ὁ Ἅγιος χαρίζων αἴγαν εἰς τοὺς κλέπτας.
13. Ὁ Ἅγιος ἔστησε τοὺς ὄμβρους.
Ὁ Σπυρίδων ἦταν ἀκόμη ἡ προσωποποίηση τῆς ἀγάπης καὶ καλοσύνης. Ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν πάντα ἀνοιχτὴ γιὰ κάθε ξένο καὶ περαστικό, καὶ γιὰ κάθε ὁδοιπόρο. Τὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου «τὴν φιλοξενίαν διώκετε» ἦταν γι’ αὐτὸν τρόπος ζωῆς. Ὁ Ἅγιος ἀγαποῦσε τὸν κάθε ἄνθρωπο. Ὅποιος ἐρχόταν σπίτι του ἔπρεπε νὰ καθίσει νὰ ξεκουραστεῖ, νὰ διανυκτερεύσει, νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ. Πολλὲς φορὲς ὁ ἴδιος ὁ Ἐπίσκοπος μιμούμενος τὸν Κύριο ἔφερνε νερὸ καὶ ἔπλενε μὲ ἀγάπη τὰ πόδια τῶν κουρασμένων στρατοκόπων γιὰ νὰ τοὺς ξεκουράσει. Σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του ὁ ταπεινὸς καὶ πράος ἐκπρόσωπος τῆς νέας πίστεως ἦταν ὁ γνήσιος ἀκόλουθος Ἐκείνου, ποὺ ἦταν καὶ εἶναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Ἡ ἁγιότητά του ὑπῆρξε θαυμαστῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πανάγαθος Θεὸς πλούσια τὸν ἀντάμειψε ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμη στὴ ζωή. Ἄπειρα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Θαύματα μεγάλα, ἀναμφισβήτητα, συγκινητικά. Δίκαια ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἔδωκε τὴν προσωνυμία τοῦ Θαυματουργοῦ. Μερικὰ ἀπὸ τὰ θαύματα θὰ ἀναφερθοῦν καὶ ἐδῶ. Ἀξίζει νὰ δοῦμε καὶ νὰ γνωρίσουμε ὅλοι οἱ χριστιανοί, πόσο χαριτώνει ὁ Κύριος ἐκείνους, ποὺ μὲ σταθερότητα καὶ εἰλικρίνεια ἀληθινὴ τοῦ δίδουν τὴν καρδιά τους.
Ὅταν ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε στὴν Κύπρο, μὲ πολλὴ θλίψη ἔμαθε, πὼς ἡ κόρη του Εἰρήνη εἶχε πρὸ πολλοῦ ἀποθάνει. Ὁ πιστὸς ἐπίσκοπος δέχτηκε καὶ τούτη τὴν δοκιμασία μὲ παραδειγματικὴ καρτερία καὶ ὑπομονή. Μερικὲς μέρες ὑστερότερα μία γυναίκα ἦρθε σ’ αὐτὸν καὶ μὲ κλάματα τοῦ ζήτησε ἕνα πολύτιμο πράγμα, ἕνα κόσμημα. Τὸ εἶχε δώσει στὴν κόρη του νὰ τὸ φυλάξει, λίγο πρὶν πεθάνει. Ὁ Ἅγιος σηκώθηκε καὶ μὲ προσοχὴ ἐρεύνησε ὅλο τὸ σπίτι, γιὰ νὰ βρεῖ τὸ ξένο πράγμα. Δυστυχῶς, ὅμως, πουθενὰ δὲν τὸ βρῆκε. Τότε χωρὶς καμιὰ ἀναβολὴ τράβηξε γιὰ τὸν τάφο τῆς κόρης του. Σὰν ἔφτασε, στάθηκε, ἀνέπεμψε μία θερμὴ προσευχή, καὶ ὕστερα, ἀφοῦ ἔσκυψε πάνω ἀπὸ τὸν τάφο, κάλεσε τὴ νεκρὴ κόρη του νὰ τοῦ πεῖ, ὡς νὰ ἦταν ζωντανή, ποὺ εἶχε βάλει τὸ πράγμα ποὺ τῆς ἔδωκαν. Τὴν ἴδια στιγμὴ μία φωνὴ ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ τάφου ἀκούστηκε νὰ τοῦ λέει:
– Πατέρα μου, στὸν τάδε τόπο τὸ ἔχω φυλαγμένο.
Τότε καὶ ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε:
– Κοιμήσου, κόρη μου, ἥσυχα. Κοιμήσου μέχρι τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ποὺ ὁ Κύριος μας θὰ σὲ ἀναστήσει στὴν κοινὴ ἀνάσταση ὅλων μας.
Ὅσοι ἦταν ἐκεῖ τρόμαξαν καὶ ἔμειναν σκεφτικοί. Συλλογίζονταν τὴν δύναμη, μὲ τὴν ὁποία ὁ Πανάγαθος Θεὸς χαρίτωσε τὸν ἁπλοϊκὸ μὰ ἅγιο ἐπίσκοπό τους. Τὸν ποιμένα τὸν καλό, ποὺ ἔσπευδε νὰ κάμει τὸ καθετὶ γιὰ τὴν ὠφέλεια καὶ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν χριστιανῶν του.
Μιὰ μέρα, ἕνας ἄλλος πτωχὸς μὲ πολυμελὴ οἰκογένεια κτύπησε τὴν πόρτα τῆς ἐπισκοπῆς του. Πλησίασε τὸν Ἅγιο καὶ μὲ δάκρυα τοῦ ζήτησε ἕνα δάνειο. Τὸ ἤθελε γιὰ νὰ πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ ἕναν πλούσιο, ποὺ ἀπειλοῦσε νὰ τοῦ πωλήσει τὸ σπίτι του. Ποῦ νὰ βρεῖ ὅμως ὁ Ἅγιος ἕνα τόσο μεγάλο ποσό; Στὸν πόνο ποὺ τοῦ δημιουργοῦσαν τὰ πικρὰ δάκρυα τοῦ πτωχοῦ, ποὺ ἀπὸ τὴν θλίψη σπάραζε, ὁ στοργικὸς ἐπίσκοπος καταστενοχωρημένος ἄρχισε νὰ βηματίζει. Ξάφνου ἐκεῖ μπροστά του πῆρε τὸ μάτι του ἕνα φίδι νὰ σέρνεται μέσα στὴν πρασινάδα. Σὰν ἀστραπὴ πέρασε ἀπὸ τὸν νοῦ του τὸ ραβδὶ τοῦ Ἀαρῶν, ποὺ στὸ παλάτι τοῦ Φαραὼ τ’ ἀφῆκε νὰ πέσει στὴ γῆ καὶ ἔγινε φίδι. «Ἂς ἦταν, Κύριε, τὸ φίδι αὐτὸ νὰ γινόταν χρυσάφι γιὰ τὸν πτωχὸ αὐτὸν οἰκογενειάρχη, εἶπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Ἂς γινόταν χρυσάφι, γιὰ νὰ βοηθηθεῖ τὸ δυστυχισμένο αὐτὸ πλάσμα σου», ξανάπε καὶ σήκωσε τὸ χέρι. Τὸ φίδι σταμάτησε. Καὶ ὁ Ἅγιος ἔσκυψε καὶ τὸ πῆρε. Στὸ χέρι του τὸ σιχαμερὸ ἑρπετὸ μεταμορφώθηκε καὶ ἄστραψε τώρα χρυσαφένιο.
- Πάρτο, παιδί μου, εἶπε ὁ Ἅγιος μὲ καλοσύνη. Πάρτο νὰ κάμεις τὴν δουλειά σου.
Καὶ ὁ πτωχὸς γεμάτος χαρὰ πῆρε τὸ χρυσάφι καὶ ἔτρεξε καὶ τὸ ἔδωκε ἐνέχυρο στὸν πλούσιο δανειστή. Ὅταν ἀργότερα μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ πλήρωσε τὸ χρέος του, ὁ δανειστὴς τοῦ ἐπέστρεψε τὸ χρυσαφένιο ἐνέχυρο. Καὶ ὁ πτωχὸς τὸ πῆρε καὶ μὲ δάκρυα εὐγνωμοσύνης τὸ γύρισε στὸν Ἅγιο. Αὐτός, ἀφοῦ τὸ ἔλαβε στὰ χέρια, ἔστρεψε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, δόξασε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἄπειρη φιλανθρωπία του καὶ ὕστερα τὸ ἔριξε στὴ γῆ. Καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Τὸ χρυσάφι ἔγινε καὶ πάλι φίδι καὶ ἔφυγε ἀπὸ μπροστά τους.
Ἔτσι, ὅταν κάποτε πέθανε ὁ ἱερέας τοῦ τόπου ἐκείνου, μικροὶ καὶ μεγάλοι μ’ ἕνα στόμα τὸν Σπυρίδωνα κάλεσαν καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ χειροτονηθεῖ ποιμένας τῶν ψυχῶν τους. Ἀργότερα κλῆρος καὶ λαὸς μὲ τὶς παρακλήσεις τους πάλι ἀνέδειξαν τὸν Ἅγιο πρῶτο Ἐπίσκοπό της Τριμυθοῦντος. Καὶ τὴν θέση αὐτὴ τίμησε καὶ δόξασε ὅσο κανένας ἄλλος ὁ ἁπλοϊκὸς βοσκός.
Ὁ Σπυρίδων ἦταν ἀκόμη ἡ προσωποποίηση τῆς ἀγάπης καὶ καλοσύνης. Ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν πάντα ἀνοιχτὴ γιὰ κάθε ξένο καὶ περαστικό, καὶ γιὰ κάθε ὁδοιπόρο. Ἡ ἁγιότητά του ὑπῆρξε θαυμαστῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πανάγαθος Θεὸς πλούσια τὸν ἀντάμειψε ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμη στὴ ζωή. Ἄπειρα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ.
Ένα βράδυ, κατά τα μεσάνυχτα, δυο κλέφτες κατέβηκαν στο μαντρί του με σκοπό να κλέψουν γίδια. Την ώρα εκείνη ο άγ. Σπυρίδωνας κοιμόταν βαθιά, κι ούτε είδηση πήρε πως κατέβηκαν κλέφτες στο μαντρί του. Έτσι οι κλέφτες μπορούσαν ανενόχλητοι και ήσυχοι να κάνουν τη δουλειά τους. Διάλεξαν λοιπόν τα πιο παχιά γίδια, τά ‘δεσαν, και προχώρησαν κατά την έξοδο. Δεν μπόρεσαν όμως με κανένα τρόπο να βγουν από το μαντρί. Όλη τη νύχτα παιδεύτηκαν χωρίς να μπορέσουν να βρούνε την πόρτα.
Κατά τα χαράματα ο άγ. Σπυρίδωνας ξύπνησε, πήρε τη σάκκα του και την αγκλίτσα του και προχώρησε στο μαντρί. Ήταν η ώρα που έπρεπε να οδηγήσει το κοπάδι στη βοσκή. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Στην άλλη πλευρά του μαντριού του βλέπει δυο ανθρώπους να ‘χουν δεμένα από δυο γίδια, και να προχωρούν κατά τον τοίχο. Σταματά εκεί και τους παρακολουθεί. Τους βλέπει να γυρίζουν πίσω και να ξαναπροχωρούν στην έξοδο που δεν την εύρισκαν. Κάνοντας αδιάκοπα δοκιμές για να βρούνε την έξοδο, έφτασαν και στο μέρος που στεκόταν ο άγ. Σπυρίδωνας. Πήγαν κοντά του χωρίς να τον δουν, γιατί ήσαν θαμπωμένα τα μάτια τους και δεν έβλεπαν καθαρά.
Ο Άγιος Σπυρίδωνας τους φώναξε τότε και τους ρώτησε τι θέλουν. Οι κλέφτες, που κατάλαβαν αμέσως πως τους μιλά ο άγ. Σπυρίδωνας, είπαν την αλήθεια. Είπαν πως μπήκαν στο μαντρί με σκοπό να κλέψουν μερικά γίδια, μα δεν τα κατάφεραν να βρούνε την πόρτα, αν και βασανίστηκαν όλη τη νύχτα. Αμέσως γιατρεύτηκαν τα μάτια τους, κι άρχισαν να βλέπουν καθαρά. Παρακάλεσαν τότε τον άγ. Σπυρίδωνα να τους συγχωρέσει και να μη τους παραδώσει στη δικαιοσύνη.
Ο άγ. Σπυρίδωνας τους είπε πως οι κακές πράξεις πάντοτε τιμωρούνται, και στον κόσμο δεν υπάρχει άνθρωπος, που έκανε κακή πράξη χωρίς να τιμωρηθεί. Τα βάσανα που υπόφεραν όλο το βράδυ, χωρίς να μπορέσουν να βγούνε από το μαντρί, είναι γι’ αυτούς αρκετή τιμωρία. Πρόσθεσε ακόμα πως τους συγχωρά για την κακή τους πράξη, αλλά με τη συμφωνία να μην το ξανακάνουν. Εκείνοι, με δάκρυα στα μάτια, υποσχέθηκαν να μην ξανακάνουν τέτοια πράξη, κι ο άγ. Σπυρίδωνας τους χάρισε τα γίδια για την υπόσχεση που του έδωκαν. Πραγματικά οι δυο κλέφτες έγιναν από την ημέρα εκείνη καλοί άνθρωποι, και κάθε μέρα θυμούνταν την καλοσύνη και τις παραγγελιές του άγ. Σπυρίδωνα.
Κάποτε ἡ Κύπρος ὑπέφερε ἀπὸ ἀνομβρία. Πείνα μεγάλη καὶ ἀρρώστιες πολλὲς μάστιζαν κυριολεκτικὰ τὸν δυστυχισμένο τόπο. Πολλοὶ πέθαιναν κάθε μέρα. Ἡ κατάσταση ἦταν τραγική. Ἕνας Ἠλίας ἢ κάποιος ἄλλος ὅμοιός του χρειαζόταν τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες, γιὰ νὰ ἀνοίξει τοὺς καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ σὰν τέτοιος βρέθηκε ὁ Ἅγιός μας. Ὁ πόνος τοῦ λαοῦ του τὸν ἔσπρωξε σὲ βαθιὰ καὶ κατανυκτικὴ προσευχή. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε ἄμεσο. Βροχὲς πολλὲς καὶ εὐεργετικὲς ἄρχισαν νὰ πέφτουν σ’ ὅλο τὸν τόπο. Καὶ ὅταν αὐτὲς συνεχίζονταν μὲ κίνδυνο τὸ κακὸ νὰ γίνει μεγαλύτερο παρὰ τὴν ἀνομβρία, τότε καὶ πάλι οἱ προσευχὲς τοῦ Ἁγίου τὶς σταμάτησαν. Τὸ πονεμένο νησὶ ἀνέπνευσε. Γεννήματα ὅλων τῶν εἰδῶν πλημμύρισαν τοὺς κάμπους. Καὶ οἱ ἄνθρωποι δόξασαν τὸν Μεγάλο Πατέρα, ποὺ τόσο γρήγορα καὶ μὲ τόση σπουδὴ τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὰ δεινά.
Ἰδιαίτερα ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου ἐκδηλωνόταν γιὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς δυστυχισμένους. Σ’ αὐτοὺς ἦταν ἀδύνατο ὁ φιλάνθρωπος Ἐπίσκοπος νὰ ἀρνηθεῖ τὴν βοήθεια καὶ τὴν προστασία του.
[...] Τότε ὁ ἅγιος ἔβαλε τὸ ἀριστερὸ χέρι στὴν τσέπη του καὶ ἔβγαλε ἕνα κεραμίδι καὶ δείχνοντάς το, ἔκαμε μὲ τὸ δεξί του τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ εἶπε:
— «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός».
Κι ἕσφιξε τὸ κεραμίδι. Οἱ πατέρες ποὺ παρακολουθοῦν τὴν σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί μὲ τὶς λέξεις τοῦ Ἁγίου, ἡ φωτιὰ μὲ τὴν ὁποία ψήθηκε τὸ κεραμίδι ἀνέβηκε πάνω.
- «Καὶ τοῦ Υἱοῦ»,
Πρόσθεσε. Τότε τὸ νερὸ μὲ τὸ ὁποῖο ζυμώθηκε τὸ ξερὸ κεραμίδι, ἔτρεξε κάτω.
— «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Συμπλήρωσε ὁ πρακτικὸς καὶ θεοφώτιστος διδάσκαλος. Τὸ χῶμα ἔμεινε στὸ χέρι του.
– Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες μου, συνέχισε ὁ θαυματουργός· ὅπως τὸ κεραμίδι ἀποτελεῖ ἕνα πράγμα μιᾶς οὐσίας καὶ μιᾶς φύσεως, ἀλλὰ εἶναι τρισύνθετο - φωτιά, νερό, χῶμα, ἔτσι καὶ ὁ Ἅγιος Θεός. Ἂν καὶ δὲν πρέπει νὰ παρομοιάσουμε τὴν Ἄκτιστο καὶ Ὑπερούσια αὐτὴ Φύση μὲ κτιστὸ καὶ φθαρτὸ δημιούργημα, ἐν τούτοις γιὰ νὰ κάνουμε τὰ ἀκατάληπτα καταληπτά, – ἂς μας συγχωρήσει τὸ ἄπειρο ἔλεός Του – λέμε καὶ τονίζουμε:
– Ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας κατὰ τὴν οὐσία καὶ τὴν φύση. Ἀλλὰ κατὰ τὰ πρόσωπα ἢ τὶς ὑποστάσεις εἶναι Τριαδικός: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα.
Λίγα γράμματα ἔμαθε ὁ Ἅγιος, ὅπως εἴδαμε. Τοῦτο, ὅμως, δὲν τὸν ἐμπόδισε ἀπὸ τοῦ νὰ προσέλθει καὶ νὰ λάβει μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνεκάλεσε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τὰ 325 μ.Χ., γιὰ νὰ ἀποστομώσει καὶ καθαιρέσει τὸν Ἀρεῖο. Ὁ τρομερὸς αὐτὸς αἱρετικός, ὅπως ξέρουμε, δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ δημιούργημα καὶ πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ αἱρετική του αὐτὴ διδασκαλία εἶχε προκαλέσει ἀληθινὸ σάλο καὶ εἶχε συνταράξει ὁλόκληρη τὴν Χριστιανικὴ Ἐκκλησία.
Στὴν σύνοδο αὐτὴ ἀπὸ τὴ μία μεριὰ εἶχε παραταχθεῖ ὁ Ἀρεῖος μὲ τοὺς ἱκανοὺς ρήτορες καὶ ὀπαδούς του ἐπισκόπους. Καὶ ἦταν αὐτοὶ ὁ Νικομήδειας Εὐσέβιος, ὁ Νικαίας Θεαγένης καὶ ὁ Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζὶ μ’ αὐτούς, μὲ τὴν ἄδεια τοῦ Βασιλιά, προσῆλθαν καὶ παρεκάθισαν στὴν σύνοδο καὶ ἀρκετοὶ φιλόσοφοι ὁμοϊδεάτες τοῦ Ἀρείου καὶ ὑπερασπιστές του. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ξεχώριζε καὶ ἕνας Ἕλληνας φιλόσοφος, ὁ Εὐλόγιος, ποὺ στὴ διαλεκτικὴ τέχνη, τὴν εὐστροφία τοῦ λόγου καὶ τὰ σοφίσματα ἐθεωρεῖτο ἀνίκητος.
Στὴν παράταξη τῶν ὀρθοδόξων εἶχαν συγκεντρωθεῖ 317 σεβάσμιοι ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοί. Μεταξὺ αὐτῶν διακρίνονταν, οἱ Ἅγιοι Νικόλαος καὶ Ἀλέξανδρος, ἱερέας ἀκόμη, ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Εὐστάθιος, ὁ Παφνούτιος ἀπὸ τὴν Θηβαΐδα, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, διάκονος τότε τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος Σπυρίδων καὶ ἄλλοι πολλοί. Ὁ τελευταῖος φυσικὰ δὲν διακρινόταν γιὰ τὴν μόρφωσή του. Διακρινόταν, ὅμως, γιὰ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ταπείνωσή του. Ἦταν ἕνα δοχεῖο ἀκένωτο ἀπὸ οὐράνιους θησαυρούς. Ἦταν ἕνα κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ μπῆκε στὴν αἴθουσα τῆς συνόδου ἡ καρδιά του κτυποῦσε δυνατὰ καὶ μὲ βαθιὰ πίστη προσευχόταν νοερὰ νὰ φωτίσει, ὁ Θεός, ὥστε στὸ τέλος νὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια.
Στὶς δύσκολες ἐκεῖνες ὧρες του Κωνστάντιου κάποιοι ὑπέδειξαν ὅτι ἀπὸ τὴν ἐκεῖ χορεία ἔλειπε ὁ Σπυρίδων τῆς Κύπρου. Χωρὶς καθυστέρηση ὁ βασιλιὰς ἔστειλε στὴ νῆσο ἄνθρωπο δικό του καὶ τὸν κάλεσε. Ὁ ταπεινὸς ἱεράρχης, ποὺ κατὰ παραχώρηση Θεοῦ γνώριζε τὰ τῆς ἀρρώστιας τοῦ Βασιλιά, πῆρε μαζί του τὸν μαθητή του Τριφύλλιο, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ προόριζε γιὰ μελλοντικὸ ἀρχιερέα, καὶ τὸν διάκονό του Ἀρτεμίδωρο καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀντιόχεια. Ὅταν ἔφτασε στὴν πόλη αὐτή, ὕστερα ἀπὸ ἕνα πολὺ κουραστικὸ ταξίδι, ὁ Σπυρίδων κατευθύνθηκε μὲ τὴν συνοδεία του στὸ παλάτι. Στὴν εἴσοδο τοῦ παλατιοῦ ὁ φρουρὸς ποὺ τοὺς εἶδε ἔτσι φτωχικὰ ντυμένους ζήτησε νὰ τοὺς ἐμποδίσει νὰ εἰσέλθουν. Τὸν Σπυρίδωνα μάλιστα, ποὺ εἶχε ἤδη προχωρήσει μπροστά, ὁ φρουρός, νομίζοντάς τον γιὰ κανένα ζητιάνο, τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ ἔδωσε καὶ ἕνα χαστούκι στὸ πρόσωπο. Ὁ πράος ἱεράρχης, χωρὶς καθόλου νὰ θυμώσει ἔστρεψε καὶ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ προσώπου του λέγοντας ὅτι ὁ βασιλιὰς τὸν κάλεσε. Ὅταν ὁ φρουρὸς ἀντιλήφθηκε, ὅτι μπροστά του δὲν εἶχε ζητιάνο, ἀλλὰ ἕναν ἀρχιερέα καὶ μάλιστα τὸν ὀνομαστὸ τῆς Κύπρου ἀρχιερέα Σπυρίδωνα, ἔπεσε μπροστά του καὶ μὲ δάκρυα τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν συγχωρήσει. Ὁ Ἅγιος, ποὺ ἤξερε νὰ σκορπᾶ τριγύρω του μονὸ τὴν καλοσύνη, τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ ἀφοῦ τὸν νουθέτησε, τοῦ ἔδωκε τὶς πατρικὲς εὐλογίες του.
Οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλιὰ παρέλαβαν τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ὁδήγησαν μὲ τὴν συνοδεία του μπροστὰ στὸν ἄρχοντα. Στὸ ἀντίκρισμά τους ὁ βασιλιὰς ἀναγνώρισε ἀμέσως τὰ δυὸ πρόσωπα, ποὺ τοῦ εἶχε δείξει τὴν πρώτη φορὰ ὁ ἄγγελος, καὶ μὲ τὸν πόνο τῆς ἀρρώστιας ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπο σηκώθηκε ἀπὸ τὸν βασιλικὸ θρόνο καὶ προχώρησε πρὸς τὸν Ἅγιο. Συγκινητικὴ ἡ σκηνή! Ὁ ἐπίγειος ἄρχοντας μὲ ταπείνωση σκύβει μπροστὰ στὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως, γιὰ νὰ ζητήσει τὸ ἔλεος καὶ τὴν χάρη Του. Ὁ ταπεινὸς ἀρχιερέας, πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγάπη καὶ συμπόνια στὸν ἀνθρώπινο πόνο σηκώνει τὸ σεπτὸ καὶ ἅγιο χέρι του καὶ τὸ ἀποθέτει στὸ κεφάλι τοῦ ἄρχοντα προφέροντας τὴν ἴδια ὥρα θερμὴ καὶ ἅγια προσευχή. Τὸ ἀποτέλεσμα; Θαυμαστό!
Σὲ μία στιγμὴ ἡ ἀρρώστια ὑποχωρεῖ καὶ χάνεται καὶ ἡ ὑγεία ὁλοκληρωτικὰ ἀποκαθίσταται καὶ παίρνει τὴν θέση της στὸ βασιλικὸ κορμί.
Οἱ καρδιὲς κτυποῦν δυνατὰ ἀπὸ συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη στὸν Θεὸ γιὰ τὴν δωρεά του. Ὁ Ἅγιος μετὰ τὴ θεραπεία εἶπε καὶ μερικὰ πνευματικὰ λόγια, ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ψυχικὴ σωτηρία τοῦ ἐπίγειου ἄρχοντα:
— Νὰ θυμᾶσαι πάντοτε, βασιλιά, ὅτι κάθε ἐξουσία προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κάθε ἄρχοντας ἔχει ὑποχρέωση νὰ ἀσκεῖ τὴν ἐξουσία πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ του. Ὁδηγὸς στὴν ζωὴ τοῦ καθενός μας ἂς εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ καλοσύνη, ἡ φιλανθρωπία. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη μέσα του δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κάμνει τὸ καλὸ στὸν συνάνθρωπό του. Μὲ τὴν ἀγάπη τηρεῖ καὶ ξεπληρώνει ἕνας, ὅλο τὸν νόμο. Φύλαττε ἀκόμη, βασιλιά μου, τὴν εὐσέβεια καὶ μὴ δεχθεῖς στὴν Ἐκκλησία καμιὰ διδασκαλία ἀντίθετη μὲ τὰ ὅσα διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ ἱερὰ Παράδοση.
Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ ξεκίνησε νὰ φύγει. Καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς γιὰ νὰ ἐκδηλώσει σ’ αὐτὸν τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη του, τοῦ πρόσφερε χρήματα, πολλὰ χρήματα, ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε νὰ τὰ δεχθεῖ, λέγοντας πὼς πιὸ πάνω ἀπὸ τὰ χρήματα εἶναι ἡ ἀγάπη. Καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς ἐπέμενε, ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὑπερήφανος καὶ ἀκατάδεχτος, δέχτηκε τὰ δῶρα καὶ προτοῦ νὰ φύγει ἀπὸ τὸ παλάτι τὰ διαμοίρασε στοὺς αὐλικούς.
Τὴν πράξη αὐτὴ τοῦ Ἁγίου σὰν ἔμαθε ὁ βασιλιὰς τὸν εὐλαβήθηκε ἀκόμη περισσότερο, λέγοντας: «Τώρα ἐξηγῶ καὶ καταλαβαίνω γιατί ὁ Πανάγαθος Θεὸς τὸν ἔχει τόσο χαριτώσει». Ἐνθυμούμενος δὲ τὶς νουθεσίες του φρόντισε στὴ ζωή του νὰ κάμνει πολλὲς φιλανθρωπίες σὲ κάθε φτωχὸ καὶ πονεμένο. Καὶ ἀκόμη, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἅγιου Σπυρίδωνος, πρῶτος αὐτὸς ἀπ’ ὅλους τους βασιλεῖς νομοθέτησε, ὥστε οἱ κληρικοὶ νὰ μὴ πληρώνουν κανένα φόρο. «Εἶναι ἄτοπο καὶ ντροπή, ἔλεγε, οἱ ὑπηρέτες καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Οὐράνιου Βασιλιὰ νὰ πληρώνουν φόρους σὲ ἐπίγειους καὶ θνητοὺς ἄρχοντες».
Κάποτε έγινε σύναξη των επισκόπων στην Αλεξάνδρεια, διότι ο πατριάρχης εκάλεσε όλους τους επισκόπους του πατριαρχείου του, με την έγκριση και προσευχή όλων να συντρίψουν και εξαφανίσουν όλα τα είδωλα των ειδωλολατρών. Αφού έκαμαν πολλή προσευχή στον Θεό, έπεσαν μόνα τους όλα τα είδωλα από όλη την πόλι και τα περίχωρα και μόνο ένα ονομαστό είδωλο παρέμεινε όρθιο στην θέση του.
Προσευχήθηκε και πάλι ο πατριάρχης με την συνοδeία του για εκείνο το είδωλο επί μία νύκτα και είδε ένα όραμα, στο οποίο μία φωνή του είπε να μη λυπήται διότι δεν γκρεμίσθηκε εκείνο το είδωλο. Θα πρέπει να στείλη μήνυμα να έλθη από την Κύπρο ο επίσκοπος Σπυρίδων της πόλεως Τριμυθούντος διότι το είδωλο αυτό θα σωριασθή κάτω μόνο με την προσευχή του.
Αμέσως ο πατριάρχης έστειλε γράμμα στον άγιο Σπυρίδωνα με άνθρωπο και με την παράκληση να έλθη γρήγορα στην Αλεξάνδρεια. Αφού έλαβε και εδιάβασε το γράμμα αυτό ο Άγιος, χωρίς καθυστέρησι μπήκε σ ἕνα πλοίο και ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια εκπληρώνοντας την επιθυμία του πατριάρχου.
Όταν επάτησε το πόδι του ο άγιος Σπυρίδων στην ακτή της πόλεως Αλεξανδρείας, αμέσως το είδωλο γκρεμίσθηκε κάτω. Απ’ αὐτό το περιστατικό κατάλαβε ο λαός ότι ήλθε στην Αλεξάδρεια ο άγιος. Πως το ήξερε; Ο πατριάρχης μετά από το όραμα που είδε και το μήνυμα που επήρε, είπε τα εξής στους άλλους επισκόπους: «Αγαπητοί μου φίλοι, ο άγιος επίσκοπος Τριμυθούντος πλησιάζει». Εξήλθαν όλοι στήν παραλία να τον υποδεχθούν με τιμή και εχάρησαν για τον ερχομό του.
Στὰ 337 μ.Χ. πέθανε ὁ δημιουργός της Βυζαντινῆς μας αὐτοκρατορίας Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας. Στὸν δοξασμένο θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε τώρα ὁ γιός του Κωνστάντιος. Αὐτὸς ξανάκτισε καὶ τὴν Σαλαμίνα τῆς Κύπρου, ποὺ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ σεισμὸ τὸ 343. Ἀπὸ τὸ ὄνομά του ὅμως ἡ νέα πόλη ὀνομάστηκε Κωνστάντια.
Ὁ Κωνστάντιος κυβέρνησε τὸ κράτος τοῦ Βυζαντίου 23 περίπου χρόνια (337 – 360 μ.Χ.). Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ – δὲν ξέρουμε πότε ἀκριβῶς – ὁ αὐτοκράτορας ἐπισκέφθηκε τὴν πρωτεύουσα τῆς Συρίας τὴν Ἀντιόχεια καὶ ἀναγκάστηκε νὰ παραμείνει ἐκεῖ γιὰ καιρό, γιατί ἀρρώστησε βαριά. Οἱ καλύτεροι γιατροὶ μπαινόβγαιναν στὸ παλάτι, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ προσφέρουν τίποτα.
Στὶς δύσκολες ἐκεῖνες ὧρες τόσο ὁ Κωνστάντιος, ὅσο καὶ οἱ δικοί του κατέφυγαν ἰδιαίτερα στὴν προσευχή. Μιὰ βραδιά, ἐκεῖ ποὺ ὁ βασιλιὰς προσευχόταν, βλέπει μπροστά του ἕναν ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τοῦ ἔδειξε μία χορεία ἁγίων ἐπισκόπων ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ξεχώριζαν δύο, τοῦ εἶπε, πὼς τὴν ἀρρώστια του μόνο αὐτοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τοῦ τὴν θεραπεύσουν. Ὁ βασιλιάς, χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ ἔστειλε καὶ κάλεσε στὸ παλάτι ὅλους τοὺς ἐπισκόπους. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς, ὅμως, ποὺ ἦλθαν δὲν εἶχε ἀναγνωρίσει τὰ δυὸ πρόσωπα ποὺ τοῦ εἶχε δείξει ὁ ἄγγελος. Οἱ ἐπίσκοποι προσευχήθηκαν καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Μέγα Ἰατρὸ τὴν θεραπεία τοῦ ἄρχοντα, ἄλλα τίποτα δὲν κατόρθωσαν.
Στὶς δύσκολες ἐκεῖνες ὧρες του Κωνστάντιου κάποιοι ὑπέδειξαν ὅτι ἀπὸ τὴν ἐκεῖ χορεία ἔλειπε ὁ Σπυρίδων τῆς Κύπρου. Χωρὶς καθυστέρηση ὁ βασιλιὰς ἔστειλε στὴ νῆσο ἄνθρωπο δικό του καὶ τὸν κάλεσε. Ὁ ταπεινὸς ἱεράρχης, ποὺ κατὰ παραχώρηση Θεοῦ γνώριζε τὰ τῆς ἀρρώστιας τοῦ Βασιλιά, πῆρε μαζί του τὸν μαθητή του Τριφύλλιο, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ προόριζε γιὰ μελλοντικὸ ἀρχιερέα, καὶ τὸν διάκονό του Ἀρτεμίδωρο καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀντιόχεια. [...] Oἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλιὰ παρέλαβαν τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ὁδήγησαν μὲ τὴν συνοδεία του μπροστὰ στὸν ἄρχοντα. Στὸ ἀντίκρισμά τους ὁ βασιλιὰς ἀναγνώρισε ἀμέσως τὰ δυὸ πρόσωπα, ποὺ τοῦ εἶχε δείξει τὴν πρώτη φορὰ ὁ ἄγγελος, καὶ μὲ τὸν πόνο τῆς ἀρρώστιας ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπο σηκώθηκε ἀπὸ τὸν βασιλικὸ θρόνο καὶ προχώρησε πρὸς τὸν Ἅγιο. Συγκινητικὴ ἡ σκηνή! Ὁ ἐπίγειος ἄρχοντας μὲ ταπείνωση σκύβει μπροστὰ στὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως, γιὰ νὰ ζητήσει τὸ ἔλεος καὶ τὴν χάρη Του. Ὁ ταπεινὸς ἀρχιερέας, πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγάπη καὶ συμπόνια στὸν ἀνθρώπινο πόνο σηκώνει τὸ σεπτὸ καὶ ἅγιο χέρι του καὶ τὸ ἀποθέτει στὸ κεφάλι τοῦ ἄρχοντα προφέροντας τὴν ἴδια ὥρα θερμὴ καὶ ἅγια προσευχή. Τὸ ἀποτέλεσμα; Θαυμαστό! Σὲ μία στιγμὴ ἡ ἀρρώστια ὑποχωρεῖ καὶ χάνεται καὶ ἡ ὑγεία ὁλοκληρωτικὰ ἀποκαθίσταται καὶ παίρνει τὴν θέση της στὸ βασιλικὸ κορμί. Οἱ καρδιὲς κτυποῦν δυνατὰ ἀπὸ συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη στὸν Θεὸ γιὰ τὴν δωρεά του. Ὁ Ἅγιος μετὰ τὴ θεραπεία εἶπε καὶ μερικὰ πνευματικὰ λόγια, ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ψυχικὴ σωτηρία τοῦ ἐπίγειου ἄρχοντα: — Νὰ θυμᾶσαι πάντοτε, βασιλιά, ὅτι κάθε ἐξουσία προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κάθε ἄρχοντας ἔχει ὑποχρέωση νὰ ἀσκεῖ τὴν ἐξουσία πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ του. Ὁδηγὸς στὴν ζωὴ τοῦ καθενός μας ἂς εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ καλοσύνη, ἡ φιλανθρωπία. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη μέσα του δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κάμνει τὸ καλὸ στὸν συνάνθρωπό του. Μὲ τὴν ἀγάπη τηρεῖ καὶ ξεπληρώνει ἕνας, ὅλο τὸν νόμο. Φύλαττε ἀκόμη, βασιλιά μου, τὴν εὐσέβεια καὶ μὴ δεχθεῖς στὴν Ἐκκλησία καμιὰ διδασκαλία ἀντίθετη μὲ τὰ ὅσα διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ ἱερὰ Παράδοση.
Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ ξεκίνησε νὰ φύγει. Καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς γιὰ νὰ ἐκδηλώσει σ’ αὐτὸν τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη του, τοῦ πρόσφερε χρήματα, πολλὰ χρήματα, ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε νὰ τὰ δεχθεῖ, λέγοντας πὼς πιὸ πάνω ἀπὸ τὰ χρήματα εἶναι ἡ ἀγάπη. Καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς ἐπέμενε, ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὑπερήφανος καὶ ἀκατάδεχτος, δέχτηκε τὰ δῶρα καὶ προτοῦ νὰ φύγει ἀπὸ τὸ παλάτι τὰ διαμοίρασε στοὺς αὐλικούς.
Πολλὰ θαύματα ἔγιναν στὴν Κέρκυρα καὶ γίνονται κάθε χρόνο σὲ ὅσους μὲ πραγματικὴ πίστη καταφεύγουν στὴν χάρη του καὶ μὲ συντριβὴ καρδιᾶς καὶ ταπείνωση ἐκζητοῦν τὶς πρεσβεῖες του, γιατί «ὁ θαυματουργὸς κἂν τέθνηκε Σπυρίδων, τοῦ θαυματουργεὶν οὐκ ἔληξεν εἰσέτι». Δηλαδή, ὁ θαυματουργὸς Σπυρίδων καὶ ἂν ἀπέθανε, δὲν ἔπαψε ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦ νὰ θαυματουργεῖ. Στὸν Ἅγιο αὐτὸν ἐπαναλήφθηκε πραγματικὰ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». (Γαλ. στ’ 20). Ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου χιλιάδες πιστοὶ ἀναλαμβάνουν ταξίδια μακρινὰ κάθε χρόνο γιὰ νὰ πᾶνε στὴν χάρη του, νὰ προσκυνήσουν τὸ ἅγιο σκήνωμά του καὶ νὰ παρακολουθήσουν τὶς συγκινητικὲς καὶ θεαματικὲς λιτανεύσεις του. Τέτοιες λιτανεύσεις γίνονται τέσσερις τὸν χρόνο. Μιὰ κατὰ τὸ Μ. Σάββατο σὲ ἀνάμνηση τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς νήσου ἀπὸ τὴ σιτοδεία. Δεύτερη κατὰ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων σὲ ἀνάμνηση τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς νήσου ἀπὸ τὴν τρομερὴ ἐπιδημία τῆς πανώλης (πανούκλας). Τρίτη ἡ λιτανεία τῆς 11ης Αὐγούστου γιὰ ἀνάμνηση τῆς σωτηρίας τῆς νήσου ἀπὸ τὴν τουρκικὴ ἐκστρατεία. Καὶ τέταρτη κάθε πρώτη Κυριακὴ τοῦ Νοεμβρίου γιὰ νὰ θυμοῦνται τὴν δεύτερη θαυμαστὴ ἀπαλλαγὴ τῆς νήσου ἀπὸ τὴν πανώλη.
Τὴν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Ἁγίου γιὰ τὰ λογικά του πρόβατα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του γι’ αὐτά, μᾶς τὴν δείχνει καὶ τοῦτο τὸ γεγονός.
Κάποτε ἕνας καλὸς καὶ ἐνάρετος χριστιανός, ποὺ ἦταν καὶ στενὸς φίλος τοῦ Ἁγίου, συκοφαντήθηκε ἀπὸ μερικοὺς κακοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τὸν φθονοῦσαν, στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως. Ἡ συκοφαντία ἦταν βαριά. Καὶ ὁ ἄρχοντας, μόλις τὴν ἄκουσε ἔσπευσε νὰ ἐπιβάλει στὸν ἄνθρωπο σὰν τιμωρία τὸν θάνατο. Ἡ εἴδηση ἔφτασε καὶ στ’ αὐτιὰ τοῦ ἁγίου, ποὺ ἤξερε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀθῶος. Τί κάμνει; Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ξεκινᾶ νὰ πάει νὰ βρεῖ τὸν φίλο του καὶ νὰ δεῖ, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν ἐλευθερώσει. Ἦταν, ὅμως, χειμώνας. Μιὰ δυνατὴ βροχή, ποὺ εἶχε πέσει πρὶν λίγη ὥρα ἔκαμε νὰ ξεχειλίσει ἕνας χείμαρρος, ποὺ βρισκόταν στὴ μέση του δρόμου. Ἀπὸ κανένα μέρος δὲν ὑπῆρχε πέρασμα. Τὰ θολὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ κυλιόνταν μὲ πολλὴ ὁρμή. Ὁ Ἅγιος, ποὺ ἤξερε νὰ τὰ ἀναθέτει ὅλα στὸν Θεό, δὲν τὰ ἔχασε. Ἐκεῖ ποὺ στεκόταν καὶ συλλογιζόταν τί νὰ κάμει, ἦρθε στὸν νοῦ του ἡ περίπτωση τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὅταν πέρασε καὶ αὐτὸς τὸν Ἰορδάνη μὲ τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης καὶ τὸν λαό. Σήκωσε στὴ στιγμὴ τὰ χέρια, ψιθύρισε μία θερμὴ προσευχὴ καὶ ὕστερα μὲ φωνὴ δυνατὴ φώναξε κι εἶπε:
— Ποτάμι στάσου. Ὁ Δεσπότης Χριστὸς μὲ καλεῖ νὰ πάω νὰ γλυτώσω τὸν φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, νὰ περάσω.
Τὴν ἴδια ὥρα τὰ ὁρμητικὰ νερὰ τοῦ χείμαρρου, ποὺ λὲς καὶ κτυποῦσαν σ’ ἕνα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Ἔπαψαν νὰ κυλοῦνε. Οἱ φυσικοὶ νόμοι παραμέρισαν, καὶ ἕνας δρόμος ἄνοιξε μπροστά τους. Τὰ πλήθη, ποὺ στέκονταν ἐκεῖ καὶ μὲ ἀγωνία περίμεναν πότε νὰ καλμάρουν τὰ νερά, γιὰ νὰ περάσουν καὶ αὐτοὶ στὴν ἄλλη μεριά, μπροστὰ στὰ ὅσα ἔβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Ἔκαμαν τὸν σταυρό τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἅγιο, ποὺ προχώρησε καὶ πέρασε πρῶτος. Ὅταν ἔφθασαν στὴν πόλη, διηγήθηκαν μὲ ἐνθουσιασμὸ τὰ ὅσα εἶδαν. Ὅσοι τ’ ἄκουσαν ἔμειναν κατάπληκτοι καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Θεό, ποὺ χαρίτωσε τόσο πλούσια τὸν Ἅγιό τους. Τὴν εἴδηση ἔμαθε καὶ ὁ ἄρχοντας. Μεγάλη ἔκπληξη δοκίμασε καὶ αὐτός. Καὶ ὅταν ὁ Ἅγιος τὸν πλησίασε, ἔσπευσε μὲ συγκίνηση καὶ χαρὰ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν θανατοποινίτη φίλο του καὶ μαζὶ γύρισαν στὴν πόλη. Τί ὡραία ἀλήθεια, ἂν ὅλοι οἱ πνευματικοὶ ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ λογικὰ πρόβατά τους! Πόσο διαφορετικός, ὁπωσδήποτε θὰ ἦταν ὁ κόσμος!
Ακόμη λέγεται ότι ο άγιος άλλη φορά βοήθησε κλέφτες, που είχαν μπει στο σπίτι του, να μεταφέρουν τη σοδειά του με το σιτάρι. Τόση ήταν η καλοσύνη του.
Ο Άγιος, πηγαίνοντας στη Νίκαια, ταξίδευε με τον διάκονό του πάνω σε δυο άλογα, ένα μαύρο και ένα άσπρο. Κάποιο βράδυ, σε κάποιο πανδοχείο που κατέλυσε, συναντήθηκε με μία ομάδα κληρικών που επίσης ταξίδευαν για να λάβουν μέρος στη Σύνοδο, αυτοί όμως ήταν θερμότατοι υποστηρικτές της αιρέσεως του Αρείου. Όταν κατάλαβαν ότι ο Άγιος Επίσκοπος Τριμυθούντος που πήγαινε στη Σύνοδο δεν είχε τις ίδιες με αυτούς δοξασίες, θέλησαν να τον εμποδίσουν να φτάσει στη Νίκαια, οπότε αλλοιώνοντας έτσι τη σύνθεση της Συνόδου θα είχαν μεγαλύτερες ελπίδες σε μια ενδεχόμενη τελική ψηφοφορία. Το βράδυ λοιπόν εκείνο θανάτωσαν τα δύο άλογα του Αγίου, για να σιγουρευτούν μάλιστα κατέκοψαν τελείως τα κεφάλια από αυτά.
Το πρωί, πηγαίνοντας ο διάκονος να ετοιμάσει τα ζώα για να φύγουν, είδε τι είχε γίνει και το διηγήθηκε απελπισμένος στον Άγιο. Εκείνος, με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου, του παρήγγειλε να βάλει τα κεφάλια των αλόγων πίσω στη θέση τους, μετά να τα σελώσει και να τα βγάλει έξω για να φύγουν. Ο διάκονος υπάκουσε, κατά Θεία Πρόνοια όμως έκανε ένα λάθος: μη διακρίνοντας καλά στο σκότος του στάβλου έβαλε τα κεφάλια των ζώων ανάποδα, δηλαδή το καθένα στον κορμό του άλλου. Τα ζώα πραγματικά ζωντάνεψαν, και οι δύο, ο Άγιος και ο διάκονός του, συνέχισαν το ταξίδι. Πριν φτάσουν στη Νίκαια συναντήθηκαν ξανά με την ομάδα εκείνη των αιρετικών, οι οποίοι όμως τώρα εξεπλάγησαν βλέποντας τα δύο εκείνα ζώα που οι ίδιοι σκότωσαν να είναι ζωντανά, και μάλιστα το καθένα να φέρει το κεφάλι του άλλου, το μαύρο άλογο να έχει άσπρο κεφάλι, το δε άσπρο άλογο να έχει μαύρο κεφάλι. Κατάλαβαν τι είχε συμβεί, και αναγνωρίζοντας έτσι την αγιότητα του Αγίου Σπυρίδωνα, παραδέχτηκαν και την ορθόδοξή του πίστη: ήταν οι ίδιοι καλοπροαίρετοι, και αναλογίστηκαν ότι προφανώς η αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται παρά με το μέρος εκείνου του αγίου Επισκόπου
Ο Βίος του Αγίου Σπυρίδωνα
Evi Kosmidou
Created on January 23, 2026
Start designing with a free template
Discover more than 1500 professional designs like these:
View
Math quiz
View
Math quiz mobile
View
Retro Bits Quiz
View
How much do you know quiz
View
Flash Challenge Quiz
View
Challenge: World History
View
Dunk the clown quiz
Explore all templates
Transcript
Ο βιοσ του αγιου σπυριδωνα
Συμπλήρωσε τα επεισόδια του βίου του...
Συμπλήρωσε την εικόνα...
ΕΝΑΡΞΗ...
evikosmidou
ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΟΥ: Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα – σημερινή Τρεμετουσιά – όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός. Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική ή την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χήρων και ορφανών. Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου. Μετά από πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ιερέας. Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «Ἀνεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητας» (Α’ προς Τιμόθεον γ’ 2-7). Δηλαδή ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν επίσκοπο. Από τη θέση αυτή ο Σπυρίδων προχώρησε τόσο πού στην αρετή, ώστε τον αξίωσε ο Θεός να κάνει πολλά θαύματα. Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ.
ΟΔΗΓΙΕΣ...
ΟΔΗΓΙΕΣ
1. Κάντε κλικ στις εικόνες, για να δείτε τις διηγήσεις περιστατικών από τον βίο του Αγίου Σπυρίδωνα. 2. Σύρτε τις εικόνες στο κατάλληλο πλαίσιο, ώστε να συμπληρωθεί η εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα, αντιστοιχίζοντας το εικονίδιο που συνοδεύεται από τη διήγηση του βίου του με τον τίτλο μέσα στο πλαίσιο που βρίσκεται γύρω από την κεντρική εικόνα του.
ΕΝΑΡΞΗ...
3. Ὁ ἅγιος τῇ τῶν κεφαλών μεταθέσει τοὺς φονευθέντας ἵππους ἀναζωόσας
4. Ο Άγιος διδάσκει το δόγμα της Ἁγίας Τριάδος
2. Ὁ Ἄγιος μεταβάλλων τὸν ὄφιν εἰς χρυσόν
1. Ὁ Ἄγιος χειροτονού-μενος ἐπίσκοπος
6. Ὁ ἀσπασμός τοῦ βασιλέως Κωνσταντίου πρὸς τὸν Ἅγιον
5. Τὸ ἐνύπνιον τοῦ βασιλέως Κωνστάντιου
8. Ὁ Ἅγιος τὸ ἕαυτοῦ θυγάτριον νεκρόν ἀνέστησεν
7. Ὁ Ἅγιος βαπτίζων καὶ διδάσκων τοὺς ἀπίστους.
10. Ὁ Ἅγιος βοηθά τούς κλέπτας να μεταφέρουν τη σοδειά του.
9. Ὁ Ἅγιος διὰ προσευχῆς συντρίβει τὰ εἴδωλα ἐν τῷ ναῷ.
11. Διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ Ἁγίου ὁ ποταμὸς ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω.
12.Ὁ Ἅγιος σώζει την Κέρκυρα ἀπὸ τοὺς Τούρκους (1715).
14. Ὁ Ἅγιος χαρίζων αἴγαν εἰς τοὺς κλέπτας.
13. Ὁ Ἅγιος ἔστησε τοὺς ὄμβρους.
Ὁ Σπυρίδων ἦταν ἀκόμη ἡ προσωποποίηση τῆς ἀγάπης καὶ καλοσύνης. Ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν πάντα ἀνοιχτὴ γιὰ κάθε ξένο καὶ περαστικό, καὶ γιὰ κάθε ὁδοιπόρο. Τὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου «τὴν φιλοξενίαν διώκετε» ἦταν γι’ αὐτὸν τρόπος ζωῆς. Ὁ Ἅγιος ἀγαποῦσε τὸν κάθε ἄνθρωπο. Ὅποιος ἐρχόταν σπίτι του ἔπρεπε νὰ καθίσει νὰ ξεκουραστεῖ, νὰ διανυκτερεύσει, νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ. Πολλὲς φορὲς ὁ ἴδιος ὁ Ἐπίσκοπος μιμούμενος τὸν Κύριο ἔφερνε νερὸ καὶ ἔπλενε μὲ ἀγάπη τὰ πόδια τῶν κουρασμένων στρατοκόπων γιὰ νὰ τοὺς ξεκουράσει. Σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του ὁ ταπεινὸς καὶ πράος ἐκπρόσωπος τῆς νέας πίστεως ἦταν ὁ γνήσιος ἀκόλουθος Ἐκείνου, ποὺ ἦταν καὶ εἶναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Ἡ ἁγιότητά του ὑπῆρξε θαυμαστῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πανάγαθος Θεὸς πλούσια τὸν ἀντάμειψε ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμη στὴ ζωή. Ἄπειρα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Θαύματα μεγάλα, ἀναμφισβήτητα, συγκινητικά. Δίκαια ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἔδωκε τὴν προσωνυμία τοῦ Θαυματουργοῦ. Μερικὰ ἀπὸ τὰ θαύματα θὰ ἀναφερθοῦν καὶ ἐδῶ. Ἀξίζει νὰ δοῦμε καὶ νὰ γνωρίσουμε ὅλοι οἱ χριστιανοί, πόσο χαριτώνει ὁ Κύριος ἐκείνους, ποὺ μὲ σταθερότητα καὶ εἰλικρίνεια ἀληθινὴ τοῦ δίδουν τὴν καρδιά τους.
Ὅταν ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε στὴν Κύπρο, μὲ πολλὴ θλίψη ἔμαθε, πὼς ἡ κόρη του Εἰρήνη εἶχε πρὸ πολλοῦ ἀποθάνει. Ὁ πιστὸς ἐπίσκοπος δέχτηκε καὶ τούτη τὴν δοκιμασία μὲ παραδειγματικὴ καρτερία καὶ ὑπομονή. Μερικὲς μέρες ὑστερότερα μία γυναίκα ἦρθε σ’ αὐτὸν καὶ μὲ κλάματα τοῦ ζήτησε ἕνα πολύτιμο πράγμα, ἕνα κόσμημα. Τὸ εἶχε δώσει στὴν κόρη του νὰ τὸ φυλάξει, λίγο πρὶν πεθάνει. Ὁ Ἅγιος σηκώθηκε καὶ μὲ προσοχὴ ἐρεύνησε ὅλο τὸ σπίτι, γιὰ νὰ βρεῖ τὸ ξένο πράγμα. Δυστυχῶς, ὅμως, πουθενὰ δὲν τὸ βρῆκε. Τότε χωρὶς καμιὰ ἀναβολὴ τράβηξε γιὰ τὸν τάφο τῆς κόρης του. Σὰν ἔφτασε, στάθηκε, ἀνέπεμψε μία θερμὴ προσευχή, καὶ ὕστερα, ἀφοῦ ἔσκυψε πάνω ἀπὸ τὸν τάφο, κάλεσε τὴ νεκρὴ κόρη του νὰ τοῦ πεῖ, ὡς νὰ ἦταν ζωντανή, ποὺ εἶχε βάλει τὸ πράγμα ποὺ τῆς ἔδωκαν. Τὴν ἴδια στιγμὴ μία φωνὴ ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ τάφου ἀκούστηκε νὰ τοῦ λέει: – Πατέρα μου, στὸν τάδε τόπο τὸ ἔχω φυλαγμένο. Τότε καὶ ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε: – Κοιμήσου, κόρη μου, ἥσυχα. Κοιμήσου μέχρι τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ποὺ ὁ Κύριος μας θὰ σὲ ἀναστήσει στὴν κοινὴ ἀνάσταση ὅλων μας. Ὅσοι ἦταν ἐκεῖ τρόμαξαν καὶ ἔμειναν σκεφτικοί. Συλλογίζονταν τὴν δύναμη, μὲ τὴν ὁποία ὁ Πανάγαθος Θεὸς χαρίτωσε τὸν ἁπλοϊκὸ μὰ ἅγιο ἐπίσκοπό τους. Τὸν ποιμένα τὸν καλό, ποὺ ἔσπευδε νὰ κάμει τὸ καθετὶ γιὰ τὴν ὠφέλεια καὶ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν χριστιανῶν του.
Μιὰ μέρα, ἕνας ἄλλος πτωχὸς μὲ πολυμελὴ οἰκογένεια κτύπησε τὴν πόρτα τῆς ἐπισκοπῆς του. Πλησίασε τὸν Ἅγιο καὶ μὲ δάκρυα τοῦ ζήτησε ἕνα δάνειο. Τὸ ἤθελε γιὰ νὰ πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ ἕναν πλούσιο, ποὺ ἀπειλοῦσε νὰ τοῦ πωλήσει τὸ σπίτι του. Ποῦ νὰ βρεῖ ὅμως ὁ Ἅγιος ἕνα τόσο μεγάλο ποσό; Στὸν πόνο ποὺ τοῦ δημιουργοῦσαν τὰ πικρὰ δάκρυα τοῦ πτωχοῦ, ποὺ ἀπὸ τὴν θλίψη σπάραζε, ὁ στοργικὸς ἐπίσκοπος καταστενοχωρημένος ἄρχισε νὰ βηματίζει. Ξάφνου ἐκεῖ μπροστά του πῆρε τὸ μάτι του ἕνα φίδι νὰ σέρνεται μέσα στὴν πρασινάδα. Σὰν ἀστραπὴ πέρασε ἀπὸ τὸν νοῦ του τὸ ραβδὶ τοῦ Ἀαρῶν, ποὺ στὸ παλάτι τοῦ Φαραὼ τ’ ἀφῆκε νὰ πέσει στὴ γῆ καὶ ἔγινε φίδι. «Ἂς ἦταν, Κύριε, τὸ φίδι αὐτὸ νὰ γινόταν χρυσάφι γιὰ τὸν πτωχὸ αὐτὸν οἰκογενειάρχη, εἶπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Ἂς γινόταν χρυσάφι, γιὰ νὰ βοηθηθεῖ τὸ δυστυχισμένο αὐτὸ πλάσμα σου», ξανάπε καὶ σήκωσε τὸ χέρι. Τὸ φίδι σταμάτησε. Καὶ ὁ Ἅγιος ἔσκυψε καὶ τὸ πῆρε. Στὸ χέρι του τὸ σιχαμερὸ ἑρπετὸ μεταμορφώθηκε καὶ ἄστραψε τώρα χρυσαφένιο. - Πάρτο, παιδί μου, εἶπε ὁ Ἅγιος μὲ καλοσύνη. Πάρτο νὰ κάμεις τὴν δουλειά σου. Καὶ ὁ πτωχὸς γεμάτος χαρὰ πῆρε τὸ χρυσάφι καὶ ἔτρεξε καὶ τὸ ἔδωκε ἐνέχυρο στὸν πλούσιο δανειστή. Ὅταν ἀργότερα μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ πλήρωσε τὸ χρέος του, ὁ δανειστὴς τοῦ ἐπέστρεψε τὸ χρυσαφένιο ἐνέχυρο. Καὶ ὁ πτωχὸς τὸ πῆρε καὶ μὲ δάκρυα εὐγνωμοσύνης τὸ γύρισε στὸν Ἅγιο. Αὐτός, ἀφοῦ τὸ ἔλαβε στὰ χέρια, ἔστρεψε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, δόξασε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἄπειρη φιλανθρωπία του καὶ ὕστερα τὸ ἔριξε στὴ γῆ. Καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Τὸ χρυσάφι ἔγινε καὶ πάλι φίδι καὶ ἔφυγε ἀπὸ μπροστά τους.
Ἔτσι, ὅταν κάποτε πέθανε ὁ ἱερέας τοῦ τόπου ἐκείνου, μικροὶ καὶ μεγάλοι μ’ ἕνα στόμα τὸν Σπυρίδωνα κάλεσαν καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ χειροτονηθεῖ ποιμένας τῶν ψυχῶν τους. Ἀργότερα κλῆρος καὶ λαὸς μὲ τὶς παρακλήσεις τους πάλι ἀνέδειξαν τὸν Ἅγιο πρῶτο Ἐπίσκοπό της Τριμυθοῦντος. Καὶ τὴν θέση αὐτὴ τίμησε καὶ δόξασε ὅσο κανένας ἄλλος ὁ ἁπλοϊκὸς βοσκός. Ὁ Σπυρίδων ἦταν ἀκόμη ἡ προσωποποίηση τῆς ἀγάπης καὶ καλοσύνης. Ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν πάντα ἀνοιχτὴ γιὰ κάθε ξένο καὶ περαστικό, καὶ γιὰ κάθε ὁδοιπόρο. Ἡ ἁγιότητά του ὑπῆρξε θαυμαστῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πανάγαθος Θεὸς πλούσια τὸν ἀντάμειψε ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμη στὴ ζωή. Ἄπειρα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ.
Ένα βράδυ, κατά τα μεσάνυχτα, δυο κλέφτες κατέβηκαν στο μαντρί του με σκοπό να κλέψουν γίδια. Την ώρα εκείνη ο άγ. Σπυρίδωνας κοιμόταν βαθιά, κι ούτε είδηση πήρε πως κατέβηκαν κλέφτες στο μαντρί του. Έτσι οι κλέφτες μπορούσαν ανενόχλητοι και ήσυχοι να κάνουν τη δουλειά τους. Διάλεξαν λοιπόν τα πιο παχιά γίδια, τά ‘δεσαν, και προχώρησαν κατά την έξοδο. Δεν μπόρεσαν όμως με κανένα τρόπο να βγουν από το μαντρί. Όλη τη νύχτα παιδεύτηκαν χωρίς να μπορέσουν να βρούνε την πόρτα. Κατά τα χαράματα ο άγ. Σπυρίδωνας ξύπνησε, πήρε τη σάκκα του και την αγκλίτσα του και προχώρησε στο μαντρί. Ήταν η ώρα που έπρεπε να οδηγήσει το κοπάδι στη βοσκή. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Στην άλλη πλευρά του μαντριού του βλέπει δυο ανθρώπους να ‘χουν δεμένα από δυο γίδια, και να προχωρούν κατά τον τοίχο. Σταματά εκεί και τους παρακολουθεί. Τους βλέπει να γυρίζουν πίσω και να ξαναπροχωρούν στην έξοδο που δεν την εύρισκαν. Κάνοντας αδιάκοπα δοκιμές για να βρούνε την έξοδο, έφτασαν και στο μέρος που στεκόταν ο άγ. Σπυρίδωνας. Πήγαν κοντά του χωρίς να τον δουν, γιατί ήσαν θαμπωμένα τα μάτια τους και δεν έβλεπαν καθαρά. Ο Άγιος Σπυρίδωνας τους φώναξε τότε και τους ρώτησε τι θέλουν. Οι κλέφτες, που κατάλαβαν αμέσως πως τους μιλά ο άγ. Σπυρίδωνας, είπαν την αλήθεια. Είπαν πως μπήκαν στο μαντρί με σκοπό να κλέψουν μερικά γίδια, μα δεν τα κατάφεραν να βρούνε την πόρτα, αν και βασανίστηκαν όλη τη νύχτα. Αμέσως γιατρεύτηκαν τα μάτια τους, κι άρχισαν να βλέπουν καθαρά. Παρακάλεσαν τότε τον άγ. Σπυρίδωνα να τους συγχωρέσει και να μη τους παραδώσει στη δικαιοσύνη. Ο άγ. Σπυρίδωνας τους είπε πως οι κακές πράξεις πάντοτε τιμωρούνται, και στον κόσμο δεν υπάρχει άνθρωπος, που έκανε κακή πράξη χωρίς να τιμωρηθεί. Τα βάσανα που υπόφεραν όλο το βράδυ, χωρίς να μπορέσουν να βγούνε από το μαντρί, είναι γι’ αυτούς αρκετή τιμωρία. Πρόσθεσε ακόμα πως τους συγχωρά για την κακή τους πράξη, αλλά με τη συμφωνία να μην το ξανακάνουν. Εκείνοι, με δάκρυα στα μάτια, υποσχέθηκαν να μην ξανακάνουν τέτοια πράξη, κι ο άγ. Σπυρίδωνας τους χάρισε τα γίδια για την υπόσχεση που του έδωκαν. Πραγματικά οι δυο κλέφτες έγιναν από την ημέρα εκείνη καλοί άνθρωποι, και κάθε μέρα θυμούνταν την καλοσύνη και τις παραγγελιές του άγ. Σπυρίδωνα.
Κάποτε ἡ Κύπρος ὑπέφερε ἀπὸ ἀνομβρία. Πείνα μεγάλη καὶ ἀρρώστιες πολλὲς μάστιζαν κυριολεκτικὰ τὸν δυστυχισμένο τόπο. Πολλοὶ πέθαιναν κάθε μέρα. Ἡ κατάσταση ἦταν τραγική. Ἕνας Ἠλίας ἢ κάποιος ἄλλος ὅμοιός του χρειαζόταν τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες, γιὰ νὰ ἀνοίξει τοὺς καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ σὰν τέτοιος βρέθηκε ὁ Ἅγιός μας. Ὁ πόνος τοῦ λαοῦ του τὸν ἔσπρωξε σὲ βαθιὰ καὶ κατανυκτικὴ προσευχή. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε ἄμεσο. Βροχὲς πολλὲς καὶ εὐεργετικὲς ἄρχισαν νὰ πέφτουν σ’ ὅλο τὸν τόπο. Καὶ ὅταν αὐτὲς συνεχίζονταν μὲ κίνδυνο τὸ κακὸ νὰ γίνει μεγαλύτερο παρὰ τὴν ἀνομβρία, τότε καὶ πάλι οἱ προσευχὲς τοῦ Ἁγίου τὶς σταμάτησαν. Τὸ πονεμένο νησὶ ἀνέπνευσε. Γεννήματα ὅλων τῶν εἰδῶν πλημμύρισαν τοὺς κάμπους. Καὶ οἱ ἄνθρωποι δόξασαν τὸν Μεγάλο Πατέρα, ποὺ τόσο γρήγορα καὶ μὲ τόση σπουδὴ τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὰ δεινά. Ἰδιαίτερα ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου ἐκδηλωνόταν γιὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς δυστυχισμένους. Σ’ αὐτοὺς ἦταν ἀδύνατο ὁ φιλάνθρωπος Ἐπίσκοπος νὰ ἀρνηθεῖ τὴν βοήθεια καὶ τὴν προστασία του.
[...] Τότε ὁ ἅγιος ἔβαλε τὸ ἀριστερὸ χέρι στὴν τσέπη του καὶ ἔβγαλε ἕνα κεραμίδι καὶ δείχνοντάς το, ἔκαμε μὲ τὸ δεξί του τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ εἶπε: — «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός». Κι ἕσφιξε τὸ κεραμίδι. Οἱ πατέρες ποὺ παρακολουθοῦν τὴν σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί μὲ τὶς λέξεις τοῦ Ἁγίου, ἡ φωτιὰ μὲ τὴν ὁποία ψήθηκε τὸ κεραμίδι ἀνέβηκε πάνω. - «Καὶ τοῦ Υἱοῦ», Πρόσθεσε. Τότε τὸ νερὸ μὲ τὸ ὁποῖο ζυμώθηκε τὸ ξερὸ κεραμίδι, ἔτρεξε κάτω. — «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Συμπλήρωσε ὁ πρακτικὸς καὶ θεοφώτιστος διδάσκαλος. Τὸ χῶμα ἔμεινε στὸ χέρι του. – Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες μου, συνέχισε ὁ θαυματουργός· ὅπως τὸ κεραμίδι ἀποτελεῖ ἕνα πράγμα μιᾶς οὐσίας καὶ μιᾶς φύσεως, ἀλλὰ εἶναι τρισύνθετο - φωτιά, νερό, χῶμα, ἔτσι καὶ ὁ Ἅγιος Θεός. Ἂν καὶ δὲν πρέπει νὰ παρομοιάσουμε τὴν Ἄκτιστο καὶ Ὑπερούσια αὐτὴ Φύση μὲ κτιστὸ καὶ φθαρτὸ δημιούργημα, ἐν τούτοις γιὰ νὰ κάνουμε τὰ ἀκατάληπτα καταληπτά, – ἂς μας συγχωρήσει τὸ ἄπειρο ἔλεός Του – λέμε καὶ τονίζουμε: – Ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας κατὰ τὴν οὐσία καὶ τὴν φύση. Ἀλλὰ κατὰ τὰ πρόσωπα ἢ τὶς ὑποστάσεις εἶναι Τριαδικός: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα.
Λίγα γράμματα ἔμαθε ὁ Ἅγιος, ὅπως εἴδαμε. Τοῦτο, ὅμως, δὲν τὸν ἐμπόδισε ἀπὸ τοῦ νὰ προσέλθει καὶ νὰ λάβει μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνεκάλεσε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τὰ 325 μ.Χ., γιὰ νὰ ἀποστομώσει καὶ καθαιρέσει τὸν Ἀρεῖο. Ὁ τρομερὸς αὐτὸς αἱρετικός, ὅπως ξέρουμε, δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ δημιούργημα καὶ πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ αἱρετική του αὐτὴ διδασκαλία εἶχε προκαλέσει ἀληθινὸ σάλο καὶ εἶχε συνταράξει ὁλόκληρη τὴν Χριστιανικὴ Ἐκκλησία. Στὴν σύνοδο αὐτὴ ἀπὸ τὴ μία μεριὰ εἶχε παραταχθεῖ ὁ Ἀρεῖος μὲ τοὺς ἱκανοὺς ρήτορες καὶ ὀπαδούς του ἐπισκόπους. Καὶ ἦταν αὐτοὶ ὁ Νικομήδειας Εὐσέβιος, ὁ Νικαίας Θεαγένης καὶ ὁ Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζὶ μ’ αὐτούς, μὲ τὴν ἄδεια τοῦ Βασιλιά, προσῆλθαν καὶ παρεκάθισαν στὴν σύνοδο καὶ ἀρκετοὶ φιλόσοφοι ὁμοϊδεάτες τοῦ Ἀρείου καὶ ὑπερασπιστές του. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ξεχώριζε καὶ ἕνας Ἕλληνας φιλόσοφος, ὁ Εὐλόγιος, ποὺ στὴ διαλεκτικὴ τέχνη, τὴν εὐστροφία τοῦ λόγου καὶ τὰ σοφίσματα ἐθεωρεῖτο ἀνίκητος. Στὴν παράταξη τῶν ὀρθοδόξων εἶχαν συγκεντρωθεῖ 317 σεβάσμιοι ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοί. Μεταξὺ αὐτῶν διακρίνονταν, οἱ Ἅγιοι Νικόλαος καὶ Ἀλέξανδρος, ἱερέας ἀκόμη, ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Εὐστάθιος, ὁ Παφνούτιος ἀπὸ τὴν Θηβαΐδα, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, διάκονος τότε τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος Σπυρίδων καὶ ἄλλοι πολλοί. Ὁ τελευταῖος φυσικὰ δὲν διακρινόταν γιὰ τὴν μόρφωσή του. Διακρινόταν, ὅμως, γιὰ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ταπείνωσή του. Ἦταν ἕνα δοχεῖο ἀκένωτο ἀπὸ οὐράνιους θησαυρούς. Ἦταν ἕνα κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ μπῆκε στὴν αἴθουσα τῆς συνόδου ἡ καρδιά του κτυποῦσε δυνατὰ καὶ μὲ βαθιὰ πίστη προσευχόταν νοερὰ νὰ φωτίσει, ὁ Θεός, ὥστε στὸ τέλος νὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια.
Στὶς δύσκολες ἐκεῖνες ὧρες του Κωνστάντιου κάποιοι ὑπέδειξαν ὅτι ἀπὸ τὴν ἐκεῖ χορεία ἔλειπε ὁ Σπυρίδων τῆς Κύπρου. Χωρὶς καθυστέρηση ὁ βασιλιὰς ἔστειλε στὴ νῆσο ἄνθρωπο δικό του καὶ τὸν κάλεσε. Ὁ ταπεινὸς ἱεράρχης, ποὺ κατὰ παραχώρηση Θεοῦ γνώριζε τὰ τῆς ἀρρώστιας τοῦ Βασιλιά, πῆρε μαζί του τὸν μαθητή του Τριφύλλιο, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ προόριζε γιὰ μελλοντικὸ ἀρχιερέα, καὶ τὸν διάκονό του Ἀρτεμίδωρο καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀντιόχεια. Ὅταν ἔφτασε στὴν πόλη αὐτή, ὕστερα ἀπὸ ἕνα πολὺ κουραστικὸ ταξίδι, ὁ Σπυρίδων κατευθύνθηκε μὲ τὴν συνοδεία του στὸ παλάτι. Στὴν εἴσοδο τοῦ παλατιοῦ ὁ φρουρὸς ποὺ τοὺς εἶδε ἔτσι φτωχικὰ ντυμένους ζήτησε νὰ τοὺς ἐμποδίσει νὰ εἰσέλθουν. Τὸν Σπυρίδωνα μάλιστα, ποὺ εἶχε ἤδη προχωρήσει μπροστά, ὁ φρουρός, νομίζοντάς τον γιὰ κανένα ζητιάνο, τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ ἔδωσε καὶ ἕνα χαστούκι στὸ πρόσωπο. Ὁ πράος ἱεράρχης, χωρὶς καθόλου νὰ θυμώσει ἔστρεψε καὶ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ προσώπου του λέγοντας ὅτι ὁ βασιλιὰς τὸν κάλεσε. Ὅταν ὁ φρουρὸς ἀντιλήφθηκε, ὅτι μπροστά του δὲν εἶχε ζητιάνο, ἀλλὰ ἕναν ἀρχιερέα καὶ μάλιστα τὸν ὀνομαστὸ τῆς Κύπρου ἀρχιερέα Σπυρίδωνα, ἔπεσε μπροστά του καὶ μὲ δάκρυα τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν συγχωρήσει. Ὁ Ἅγιος, ποὺ ἤξερε νὰ σκορπᾶ τριγύρω του μονὸ τὴν καλοσύνη, τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ ἀφοῦ τὸν νουθέτησε, τοῦ ἔδωκε τὶς πατρικὲς εὐλογίες του. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλιὰ παρέλαβαν τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ὁδήγησαν μὲ τὴν συνοδεία του μπροστὰ στὸν ἄρχοντα. Στὸ ἀντίκρισμά τους ὁ βασιλιὰς ἀναγνώρισε ἀμέσως τὰ δυὸ πρόσωπα, ποὺ τοῦ εἶχε δείξει τὴν πρώτη φορὰ ὁ ἄγγελος, καὶ μὲ τὸν πόνο τῆς ἀρρώστιας ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπο σηκώθηκε ἀπὸ τὸν βασιλικὸ θρόνο καὶ προχώρησε πρὸς τὸν Ἅγιο. Συγκινητικὴ ἡ σκηνή! Ὁ ἐπίγειος ἄρχοντας μὲ ταπείνωση σκύβει μπροστὰ στὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως, γιὰ νὰ ζητήσει τὸ ἔλεος καὶ τὴν χάρη Του. Ὁ ταπεινὸς ἀρχιερέας, πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγάπη καὶ συμπόνια στὸν ἀνθρώπινο πόνο σηκώνει τὸ σεπτὸ καὶ ἅγιο χέρι του καὶ τὸ ἀποθέτει στὸ κεφάλι τοῦ ἄρχοντα προφέροντας τὴν ἴδια ὥρα θερμὴ καὶ ἅγια προσευχή. Τὸ ἀποτέλεσμα; Θαυμαστό! Σὲ μία στιγμὴ ἡ ἀρρώστια ὑποχωρεῖ καὶ χάνεται καὶ ἡ ὑγεία ὁλοκληρωτικὰ ἀποκαθίσταται καὶ παίρνει τὴν θέση της στὸ βασιλικὸ κορμί.
Οἱ καρδιὲς κτυποῦν δυνατὰ ἀπὸ συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη στὸν Θεὸ γιὰ τὴν δωρεά του. Ὁ Ἅγιος μετὰ τὴ θεραπεία εἶπε καὶ μερικὰ πνευματικὰ λόγια, ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ψυχικὴ σωτηρία τοῦ ἐπίγειου ἄρχοντα: — Νὰ θυμᾶσαι πάντοτε, βασιλιά, ὅτι κάθε ἐξουσία προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κάθε ἄρχοντας ἔχει ὑποχρέωση νὰ ἀσκεῖ τὴν ἐξουσία πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ του. Ὁδηγὸς στὴν ζωὴ τοῦ καθενός μας ἂς εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ καλοσύνη, ἡ φιλανθρωπία. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη μέσα του δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κάμνει τὸ καλὸ στὸν συνάνθρωπό του. Μὲ τὴν ἀγάπη τηρεῖ καὶ ξεπληρώνει ἕνας, ὅλο τὸν νόμο. Φύλαττε ἀκόμη, βασιλιά μου, τὴν εὐσέβεια καὶ μὴ δεχθεῖς στὴν Ἐκκλησία καμιὰ διδασκαλία ἀντίθετη μὲ τὰ ὅσα διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ ἱερὰ Παράδοση. Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ ξεκίνησε νὰ φύγει. Καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς γιὰ νὰ ἐκδηλώσει σ’ αὐτὸν τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη του, τοῦ πρόσφερε χρήματα, πολλὰ χρήματα, ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε νὰ τὰ δεχθεῖ, λέγοντας πὼς πιὸ πάνω ἀπὸ τὰ χρήματα εἶναι ἡ ἀγάπη. Καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς ἐπέμενε, ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὑπερήφανος καὶ ἀκατάδεχτος, δέχτηκε τὰ δῶρα καὶ προτοῦ νὰ φύγει ἀπὸ τὸ παλάτι τὰ διαμοίρασε στοὺς αὐλικούς. Τὴν πράξη αὐτὴ τοῦ Ἁγίου σὰν ἔμαθε ὁ βασιλιὰς τὸν εὐλαβήθηκε ἀκόμη περισσότερο, λέγοντας: «Τώρα ἐξηγῶ καὶ καταλαβαίνω γιατί ὁ Πανάγαθος Θεὸς τὸν ἔχει τόσο χαριτώσει». Ἐνθυμούμενος δὲ τὶς νουθεσίες του φρόντισε στὴ ζωή του νὰ κάμνει πολλὲς φιλανθρωπίες σὲ κάθε φτωχὸ καὶ πονεμένο. Καὶ ἀκόμη, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἅγιου Σπυρίδωνος, πρῶτος αὐτὸς ἀπ’ ὅλους τους βασιλεῖς νομοθέτησε, ὥστε οἱ κληρικοὶ νὰ μὴ πληρώνουν κανένα φόρο. «Εἶναι ἄτοπο καὶ ντροπή, ἔλεγε, οἱ ὑπηρέτες καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Οὐράνιου Βασιλιὰ νὰ πληρώνουν φόρους σὲ ἐπίγειους καὶ θνητοὺς ἄρχοντες».
Κάποτε έγινε σύναξη των επισκόπων στην Αλεξάνδρεια, διότι ο πατριάρχης εκάλεσε όλους τους επισκόπους του πατριαρχείου του, με την έγκριση και προσευχή όλων να συντρίψουν και εξαφανίσουν όλα τα είδωλα των ειδωλολατρών. Αφού έκαμαν πολλή προσευχή στον Θεό, έπεσαν μόνα τους όλα τα είδωλα από όλη την πόλι και τα περίχωρα και μόνο ένα ονομαστό είδωλο παρέμεινε όρθιο στην θέση του. Προσευχήθηκε και πάλι ο πατριάρχης με την συνοδeία του για εκείνο το είδωλο επί μία νύκτα και είδε ένα όραμα, στο οποίο μία φωνή του είπε να μη λυπήται διότι δεν γκρεμίσθηκε εκείνο το είδωλο. Θα πρέπει να στείλη μήνυμα να έλθη από την Κύπρο ο επίσκοπος Σπυρίδων της πόλεως Τριμυθούντος διότι το είδωλο αυτό θα σωριασθή κάτω μόνο με την προσευχή του. Αμέσως ο πατριάρχης έστειλε γράμμα στον άγιο Σπυρίδωνα με άνθρωπο και με την παράκληση να έλθη γρήγορα στην Αλεξάνδρεια. Αφού έλαβε και εδιάβασε το γράμμα αυτό ο Άγιος, χωρίς καθυστέρησι μπήκε σ ἕνα πλοίο και ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια εκπληρώνοντας την επιθυμία του πατριάρχου. Όταν επάτησε το πόδι του ο άγιος Σπυρίδων στην ακτή της πόλεως Αλεξανδρείας, αμέσως το είδωλο γκρεμίσθηκε κάτω. Απ’ αὐτό το περιστατικό κατάλαβε ο λαός ότι ήλθε στην Αλεξάδρεια ο άγιος. Πως το ήξερε; Ο πατριάρχης μετά από το όραμα που είδε και το μήνυμα που επήρε, είπε τα εξής στους άλλους επισκόπους: «Αγαπητοί μου φίλοι, ο άγιος επίσκοπος Τριμυθούντος πλησιάζει». Εξήλθαν όλοι στήν παραλία να τον υποδεχθούν με τιμή και εχάρησαν για τον ερχομό του.
Στὰ 337 μ.Χ. πέθανε ὁ δημιουργός της Βυζαντινῆς μας αὐτοκρατορίας Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας. Στὸν δοξασμένο θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε τώρα ὁ γιός του Κωνστάντιος. Αὐτὸς ξανάκτισε καὶ τὴν Σαλαμίνα τῆς Κύπρου, ποὺ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ σεισμὸ τὸ 343. Ἀπὸ τὸ ὄνομά του ὅμως ἡ νέα πόλη ὀνομάστηκε Κωνστάντια. Ὁ Κωνστάντιος κυβέρνησε τὸ κράτος τοῦ Βυζαντίου 23 περίπου χρόνια (337 – 360 μ.Χ.). Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ – δὲν ξέρουμε πότε ἀκριβῶς – ὁ αὐτοκράτορας ἐπισκέφθηκε τὴν πρωτεύουσα τῆς Συρίας τὴν Ἀντιόχεια καὶ ἀναγκάστηκε νὰ παραμείνει ἐκεῖ γιὰ καιρό, γιατί ἀρρώστησε βαριά. Οἱ καλύτεροι γιατροὶ μπαινόβγαιναν στὸ παλάτι, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ προσφέρουν τίποτα. Στὶς δύσκολες ἐκεῖνες ὧρες τόσο ὁ Κωνστάντιος, ὅσο καὶ οἱ δικοί του κατέφυγαν ἰδιαίτερα στὴν προσευχή. Μιὰ βραδιά, ἐκεῖ ποὺ ὁ βασιλιὰς προσευχόταν, βλέπει μπροστά του ἕναν ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τοῦ ἔδειξε μία χορεία ἁγίων ἐπισκόπων ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ξεχώριζαν δύο, τοῦ εἶπε, πὼς τὴν ἀρρώστια του μόνο αὐτοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τοῦ τὴν θεραπεύσουν. Ὁ βασιλιάς, χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ ἔστειλε καὶ κάλεσε στὸ παλάτι ὅλους τοὺς ἐπισκόπους. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς, ὅμως, ποὺ ἦλθαν δὲν εἶχε ἀναγνωρίσει τὰ δυὸ πρόσωπα ποὺ τοῦ εἶχε δείξει ὁ ἄγγελος. Οἱ ἐπίσκοποι προσευχήθηκαν καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Μέγα Ἰατρὸ τὴν θεραπεία τοῦ ἄρχοντα, ἄλλα τίποτα δὲν κατόρθωσαν.
Στὶς δύσκολες ἐκεῖνες ὧρες του Κωνστάντιου κάποιοι ὑπέδειξαν ὅτι ἀπὸ τὴν ἐκεῖ χορεία ἔλειπε ὁ Σπυρίδων τῆς Κύπρου. Χωρὶς καθυστέρηση ὁ βασιλιὰς ἔστειλε στὴ νῆσο ἄνθρωπο δικό του καὶ τὸν κάλεσε. Ὁ ταπεινὸς ἱεράρχης, ποὺ κατὰ παραχώρηση Θεοῦ γνώριζε τὰ τῆς ἀρρώστιας τοῦ Βασιλιά, πῆρε μαζί του τὸν μαθητή του Τριφύλλιο, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ προόριζε γιὰ μελλοντικὸ ἀρχιερέα, καὶ τὸν διάκονό του Ἀρτεμίδωρο καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀντιόχεια. [...] Oἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλιὰ παρέλαβαν τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ὁδήγησαν μὲ τὴν συνοδεία του μπροστὰ στὸν ἄρχοντα. Στὸ ἀντίκρισμά τους ὁ βασιλιὰς ἀναγνώρισε ἀμέσως τὰ δυὸ πρόσωπα, ποὺ τοῦ εἶχε δείξει τὴν πρώτη φορὰ ὁ ἄγγελος, καὶ μὲ τὸν πόνο τῆς ἀρρώστιας ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπο σηκώθηκε ἀπὸ τὸν βασιλικὸ θρόνο καὶ προχώρησε πρὸς τὸν Ἅγιο. Συγκινητικὴ ἡ σκηνή! Ὁ ἐπίγειος ἄρχοντας μὲ ταπείνωση σκύβει μπροστὰ στὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως, γιὰ νὰ ζητήσει τὸ ἔλεος καὶ τὴν χάρη Του. Ὁ ταπεινὸς ἀρχιερέας, πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγάπη καὶ συμπόνια στὸν ἀνθρώπινο πόνο σηκώνει τὸ σεπτὸ καὶ ἅγιο χέρι του καὶ τὸ ἀποθέτει στὸ κεφάλι τοῦ ἄρχοντα προφέροντας τὴν ἴδια ὥρα θερμὴ καὶ ἅγια προσευχή. Τὸ ἀποτέλεσμα; Θαυμαστό! Σὲ μία στιγμὴ ἡ ἀρρώστια ὑποχωρεῖ καὶ χάνεται καὶ ἡ ὑγεία ὁλοκληρωτικὰ ἀποκαθίσταται καὶ παίρνει τὴν θέση της στὸ βασιλικὸ κορμί. Οἱ καρδιὲς κτυποῦν δυνατὰ ἀπὸ συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη στὸν Θεὸ γιὰ τὴν δωρεά του. Ὁ Ἅγιος μετὰ τὴ θεραπεία εἶπε καὶ μερικὰ πνευματικὰ λόγια, ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ψυχικὴ σωτηρία τοῦ ἐπίγειου ἄρχοντα: — Νὰ θυμᾶσαι πάντοτε, βασιλιά, ὅτι κάθε ἐξουσία προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κάθε ἄρχοντας ἔχει ὑποχρέωση νὰ ἀσκεῖ τὴν ἐξουσία πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ του. Ὁδηγὸς στὴν ζωὴ τοῦ καθενός μας ἂς εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ καλοσύνη, ἡ φιλανθρωπία. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη μέσα του δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κάμνει τὸ καλὸ στὸν συνάνθρωπό του. Μὲ τὴν ἀγάπη τηρεῖ καὶ ξεπληρώνει ἕνας, ὅλο τὸν νόμο. Φύλαττε ἀκόμη, βασιλιά μου, τὴν εὐσέβεια καὶ μὴ δεχθεῖς στὴν Ἐκκλησία καμιὰ διδασκαλία ἀντίθετη μὲ τὰ ὅσα διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ ἱερὰ Παράδοση. Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ ξεκίνησε νὰ φύγει. Καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς γιὰ νὰ ἐκδηλώσει σ’ αὐτὸν τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη του, τοῦ πρόσφερε χρήματα, πολλὰ χρήματα, ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε νὰ τὰ δεχθεῖ, λέγοντας πὼς πιὸ πάνω ἀπὸ τὰ χρήματα εἶναι ἡ ἀγάπη. Καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς ἐπέμενε, ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὑπερήφανος καὶ ἀκατάδεχτος, δέχτηκε τὰ δῶρα καὶ προτοῦ νὰ φύγει ἀπὸ τὸ παλάτι τὰ διαμοίρασε στοὺς αὐλικούς.
Πολλὰ θαύματα ἔγιναν στὴν Κέρκυρα καὶ γίνονται κάθε χρόνο σὲ ὅσους μὲ πραγματικὴ πίστη καταφεύγουν στὴν χάρη του καὶ μὲ συντριβὴ καρδιᾶς καὶ ταπείνωση ἐκζητοῦν τὶς πρεσβεῖες του, γιατί «ὁ θαυματουργὸς κἂν τέθνηκε Σπυρίδων, τοῦ θαυματουργεὶν οὐκ ἔληξεν εἰσέτι». Δηλαδή, ὁ θαυματουργὸς Σπυρίδων καὶ ἂν ἀπέθανε, δὲν ἔπαψε ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦ νὰ θαυματουργεῖ. Στὸν Ἅγιο αὐτὸν ἐπαναλήφθηκε πραγματικὰ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». (Γαλ. στ’ 20). Ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου χιλιάδες πιστοὶ ἀναλαμβάνουν ταξίδια μακρινὰ κάθε χρόνο γιὰ νὰ πᾶνε στὴν χάρη του, νὰ προσκυνήσουν τὸ ἅγιο σκήνωμά του καὶ νὰ παρακολουθήσουν τὶς συγκινητικὲς καὶ θεαματικὲς λιτανεύσεις του. Τέτοιες λιτανεύσεις γίνονται τέσσερις τὸν χρόνο. Μιὰ κατὰ τὸ Μ. Σάββατο σὲ ἀνάμνηση τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς νήσου ἀπὸ τὴ σιτοδεία. Δεύτερη κατὰ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων σὲ ἀνάμνηση τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς νήσου ἀπὸ τὴν τρομερὴ ἐπιδημία τῆς πανώλης (πανούκλας). Τρίτη ἡ λιτανεία τῆς 11ης Αὐγούστου γιὰ ἀνάμνηση τῆς σωτηρίας τῆς νήσου ἀπὸ τὴν τουρκικὴ ἐκστρατεία. Καὶ τέταρτη κάθε πρώτη Κυριακὴ τοῦ Νοεμβρίου γιὰ νὰ θυμοῦνται τὴν δεύτερη θαυμαστὴ ἀπαλλαγὴ τῆς νήσου ἀπὸ τὴν πανώλη.
Τὴν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Ἁγίου γιὰ τὰ λογικά του πρόβατα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του γι’ αὐτά, μᾶς τὴν δείχνει καὶ τοῦτο τὸ γεγονός. Κάποτε ἕνας καλὸς καὶ ἐνάρετος χριστιανός, ποὺ ἦταν καὶ στενὸς φίλος τοῦ Ἁγίου, συκοφαντήθηκε ἀπὸ μερικοὺς κακοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τὸν φθονοῦσαν, στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως. Ἡ συκοφαντία ἦταν βαριά. Καὶ ὁ ἄρχοντας, μόλις τὴν ἄκουσε ἔσπευσε νὰ ἐπιβάλει στὸν ἄνθρωπο σὰν τιμωρία τὸν θάνατο. Ἡ εἴδηση ἔφτασε καὶ στ’ αὐτιὰ τοῦ ἁγίου, ποὺ ἤξερε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀθῶος. Τί κάμνει; Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ξεκινᾶ νὰ πάει νὰ βρεῖ τὸν φίλο του καὶ νὰ δεῖ, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν ἐλευθερώσει. Ἦταν, ὅμως, χειμώνας. Μιὰ δυνατὴ βροχή, ποὺ εἶχε πέσει πρὶν λίγη ὥρα ἔκαμε νὰ ξεχειλίσει ἕνας χείμαρρος, ποὺ βρισκόταν στὴ μέση του δρόμου. Ἀπὸ κανένα μέρος δὲν ὑπῆρχε πέρασμα. Τὰ θολὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ κυλιόνταν μὲ πολλὴ ὁρμή. Ὁ Ἅγιος, ποὺ ἤξερε νὰ τὰ ἀναθέτει ὅλα στὸν Θεό, δὲν τὰ ἔχασε. Ἐκεῖ ποὺ στεκόταν καὶ συλλογιζόταν τί νὰ κάμει, ἦρθε στὸν νοῦ του ἡ περίπτωση τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὅταν πέρασε καὶ αὐτὸς τὸν Ἰορδάνη μὲ τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης καὶ τὸν λαό. Σήκωσε στὴ στιγμὴ τὰ χέρια, ψιθύρισε μία θερμὴ προσευχὴ καὶ ὕστερα μὲ φωνὴ δυνατὴ φώναξε κι εἶπε: — Ποτάμι στάσου. Ὁ Δεσπότης Χριστὸς μὲ καλεῖ νὰ πάω νὰ γλυτώσω τὸν φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, νὰ περάσω. Τὴν ἴδια ὥρα τὰ ὁρμητικὰ νερὰ τοῦ χείμαρρου, ποὺ λὲς καὶ κτυποῦσαν σ’ ἕνα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Ἔπαψαν νὰ κυλοῦνε. Οἱ φυσικοὶ νόμοι παραμέρισαν, καὶ ἕνας δρόμος ἄνοιξε μπροστά τους. Τὰ πλήθη, ποὺ στέκονταν ἐκεῖ καὶ μὲ ἀγωνία περίμεναν πότε νὰ καλμάρουν τὰ νερά, γιὰ νὰ περάσουν καὶ αὐτοὶ στὴν ἄλλη μεριά, μπροστὰ στὰ ὅσα ἔβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Ἔκαμαν τὸν σταυρό τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἅγιο, ποὺ προχώρησε καὶ πέρασε πρῶτος. Ὅταν ἔφθασαν στὴν πόλη, διηγήθηκαν μὲ ἐνθουσιασμὸ τὰ ὅσα εἶδαν. Ὅσοι τ’ ἄκουσαν ἔμειναν κατάπληκτοι καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Θεό, ποὺ χαρίτωσε τόσο πλούσια τὸν Ἅγιό τους. Τὴν εἴδηση ἔμαθε καὶ ὁ ἄρχοντας. Μεγάλη ἔκπληξη δοκίμασε καὶ αὐτός. Καὶ ὅταν ὁ Ἅγιος τὸν πλησίασε, ἔσπευσε μὲ συγκίνηση καὶ χαρὰ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν θανατοποινίτη φίλο του καὶ μαζὶ γύρισαν στὴν πόλη. Τί ὡραία ἀλήθεια, ἂν ὅλοι οἱ πνευματικοὶ ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ λογικὰ πρόβατά τους! Πόσο διαφορετικός, ὁπωσδήποτε θὰ ἦταν ὁ κόσμος!
Ακόμη λέγεται ότι ο άγιος άλλη φορά βοήθησε κλέφτες, που είχαν μπει στο σπίτι του, να μεταφέρουν τη σοδειά του με το σιτάρι. Τόση ήταν η καλοσύνη του.
Ο Άγιος, πηγαίνοντας στη Νίκαια, ταξίδευε με τον διάκονό του πάνω σε δυο άλογα, ένα μαύρο και ένα άσπρο. Κάποιο βράδυ, σε κάποιο πανδοχείο που κατέλυσε, συναντήθηκε με μία ομάδα κληρικών που επίσης ταξίδευαν για να λάβουν μέρος στη Σύνοδο, αυτοί όμως ήταν θερμότατοι υποστηρικτές της αιρέσεως του Αρείου. Όταν κατάλαβαν ότι ο Άγιος Επίσκοπος Τριμυθούντος που πήγαινε στη Σύνοδο δεν είχε τις ίδιες με αυτούς δοξασίες, θέλησαν να τον εμποδίσουν να φτάσει στη Νίκαια, οπότε αλλοιώνοντας έτσι τη σύνθεση της Συνόδου θα είχαν μεγαλύτερες ελπίδες σε μια ενδεχόμενη τελική ψηφοφορία. Το βράδυ λοιπόν εκείνο θανάτωσαν τα δύο άλογα του Αγίου, για να σιγουρευτούν μάλιστα κατέκοψαν τελείως τα κεφάλια από αυτά. Το πρωί, πηγαίνοντας ο διάκονος να ετοιμάσει τα ζώα για να φύγουν, είδε τι είχε γίνει και το διηγήθηκε απελπισμένος στον Άγιο. Εκείνος, με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου, του παρήγγειλε να βάλει τα κεφάλια των αλόγων πίσω στη θέση τους, μετά να τα σελώσει και να τα βγάλει έξω για να φύγουν. Ο διάκονος υπάκουσε, κατά Θεία Πρόνοια όμως έκανε ένα λάθος: μη διακρίνοντας καλά στο σκότος του στάβλου έβαλε τα κεφάλια των ζώων ανάποδα, δηλαδή το καθένα στον κορμό του άλλου. Τα ζώα πραγματικά ζωντάνεψαν, και οι δύο, ο Άγιος και ο διάκονός του, συνέχισαν το ταξίδι. Πριν φτάσουν στη Νίκαια συναντήθηκαν ξανά με την ομάδα εκείνη των αιρετικών, οι οποίοι όμως τώρα εξεπλάγησαν βλέποντας τα δύο εκείνα ζώα που οι ίδιοι σκότωσαν να είναι ζωντανά, και μάλιστα το καθένα να φέρει το κεφάλι του άλλου, το μαύρο άλογο να έχει άσπρο κεφάλι, το δε άσπρο άλογο να έχει μαύρο κεφάλι. Κατάλαβαν τι είχε συμβεί, και αναγνωρίζοντας έτσι την αγιότητα του Αγίου Σπυρίδωνα, παραδέχτηκαν και την ορθόδοξή του πίστη: ήταν οι ίδιοι καλοπροαίρετοι, και αναλογίστηκαν ότι προφανώς η αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται παρά με το μέρος εκείνου του αγίου Επισκόπου