Want to create interactive content? It’s easy in Genially!

Get started free

Untitled genially

kioufe

Created on December 25, 2024

Start designing with a free template

Discover more than 1500 professional designs like these:

Project Roadmap Timeline

Step-by-Step Timeline: How to Develop an Idea

Artificial Intelligence History Timeline

Momentum: Onboarding Presentation

Urban Illustrated Presentation

3D Corporate Reporting

Discover Your AI Assistant

Transcript

Περιήγηση σε μνημεία του ελληνισμού στον Πόντο

Από την Αργυρούπολη στην Μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα

Ένα από τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε ο όμιλος ιστορίας του 2ου Πειραματικού Γυμνασίου και του 2ου ΓΕΛ Κιλκίς την φετινή σχολική χρονιά ήταν και η ιστορία του Πόντου. Θα θέλαμε πολύ να κάνουμε ένα ταξίδι στον Πόντο να γνωρίσουμε γνωστά αλλά και, κυρίως, άγνωστα μνημεία του ελληνισμού που στέκουν ακόμα στην περιοχή, εγκαταλελειμμένα τα περισσότερα, σε πείσμα των αλλαγών που φέρνουν οι άνθρωποι. Καθώς ένα ταξίδι στην περιοχή είναι δύσκολο, αποφασίσαμε να αξιοποιήσουμε την τεχνολογία: με την βοήθεια του google maps και του street view περιηγηθήκαμε στην περιοχή και γνωρίσαμε αρκετά τέτοια μνημεία: το ταξίδι μας ξεκίνησε από την Αργυρούπολη και μέσω των χωριών της Κρώμνης τελείωσε στην Ι. Μονή Περιστερεώτα.

Το ταξίδι μας ξεκίνησε από την Αργυρούπολη (σημ. Gümüşhane = αργυρότοπος) που βρίσκεται σε υψόμετρο 1400 μέτρα και σήμερα έχει πληθυσμό περίπου 25.000 κατοίκων. Κατά την οθωμανική περίοδο οι ελληνόφωνοι κάτοικοί της αποκαλούσαν την πόλη Καν (από τον παραπλήσιο ποταμό Χαρσιώτη ή Καν), τον δε εαυτό τους «Κενέτες» (δηλ. Κανέτης) και «Κανέτσα». Μετά την πρόοδο της ελληνικής εκπαίδευσης στην πόλη, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι., οι μορφωμένοι κάτοικοί της την αποκαλούσαν Αργυρούπολη. Η περιοχή (που στα βυζαντινά χρόνια ονομαζόταν Χαλδία) κατοικήθηκε από τα αρχαία χρόνια. Η πόλη ιδρύθηκε γύρω στα 1550, όταν ανακαλύφθηκαν εκεί κοιτάσματα αργύρου: έσπευσαν τότε κάτοικοι της γειτονικής Τζάνιχας ή Τσάγχης και ίδρυσαν οικισμό για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων. Η περιοχή απέσπασε σουλτανικά προνόμια και έγινε πόλος έλξης για τους χριστιανούς των γύρω περιοχών. Η πόλη έφτασε στην ακμή της στα μέσα του 18ου αι. με 60.000 κατοίκους.

Η παρακμή των ορυχείων τον 19ο αι. οδήγησε σε μείωση του πληθυσμού. Οι Έλληνες Πόντιοι κάτοικοι μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές με ορυχεία, εντός ή εκτός του Πόντου. Ο πληθυσμός της πόλης πριν τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο είχε μειωθεί στα 6.000 άτομα περίπου (2.500 Έλληνες, 2.500 Μουσουλμάνοι, 1.000 Αρμένιοι). Οι κάτοικοι της Αργυρούπολης έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα γράμματα και τον πολιτισμό. Στην πόλη λειτούργησαν αλληλοδιδακτικό και ελληνικό σχολείο, οικοτροφείο για τους μαθητές των γύρω χωριών, Φροντιστήριο (Γυμνάσιο αρρένων), Παρθεναγωγείο με νηπιαγωγείο. Επίσης λειτουργούσαν ο σύλλογος εκπαιδευτικών «Κυριακίδης» και οι σύλλογοι «Φιλόπτωχος αδελφότης» «Μεταλλεύς», «Σωκράτης», «Φιλαρμονική».

Φροντιστήριον Αργυρούπολης

Το φροντιστήριον ιδρύθηκε το 1723 από τον αρχιεπίσκοπο Χαλδαίας Ιγνάτιο Σκρίβα. Αρχικά, ονομάστηκε Σχολή Ελληνικών Μαθημάτων. Στα μέσα του 19ου αιώνα αναβαθμίστηκε, όταν ανέλαβε διευθυντής ο Γ. Κυριακίδης, ο οποίος το διεύθυνε από το 1855 έως το 1860. Μεταρρυθμίστηκε, καθιερώθηκε ωρολόγιο πρόγραμμα, νέα βιβλία και ακολουθήθηκαν οι νέες παιδαγωγικές μέθοδοι. Στην αρχή φοιτούσαν μόνο αγόρια αλλά από το 1873 και μετά προστέθηκε και το Παρθεναγωγείο με δημοτικές τάξεις και νηπιαγωγείο. Το Φροντιστήριο έγινε σύμβολο της ελληνικής ταυτότητας στην περιοχή, ειδικά σε εποχές που η ελληνική παρουσία στον Πόντο αντιμετώπιζε προκλήσεις. Μέχρι το 1922, οπότε και οι ελληνικοί πληθυσμοί εκδιώχθηκαν λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής, το Φροντιστήριο αποτέλεσε έναν πυλώνα πολιτισμού και διατήρησης της παράδοσης.

Το κτίριο του "Φροντιστηρίου" έχει διασωθεί μέχρι τις μέρες μας και μάλιστα σήμερα (από ότι φαίνεται αλλά και από ότι διαβάσαμε στο διαδίκτυο) γίνονται εργασίες συντήρησης.

Η Βιβλιοθήκη

Το 1819 ο Μητροπολίτης Χαλδίας, Σίλβεστρος, ίδρυσε τη βιβλιοθήκη του Φροντιστηρίου, η οποία καταστράφηκε το 1845, από πυρκαγιά και ανασυστάθηκε το 1853. Το 1924 τα βιβλία της βιβλιοθήκης καθώς και όλα τα σπάνια χειρόγραφα και τα αρχαία κλασσικά βιβλία του Φροντιστηρίου μεταφέρθηκαν, μέσα σε ξύλινα κιβώτια, στη Νάουσα Ημαθίας, όπου εγκαταστάθηκαν Αργυρουπολίτες. Σήμερα τα βιβλία αυτά, όσα απόμειναν, φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη της Ευξείνου Λέσχης Ποντίων Νάουσας. Οι τόμοι ψηφιοποιήθηκαν και φιλοξενούνται στη Ψηφιοθήκη του Α.Π.Θ.

Στην Αργυρούπολη διατηρούνταν έξι ελληνικοί ναοί: του Αγίου Θεοδώρου, της Παναγίας, του Τιμίου Σταυρού, του Αγίου Γεωργίου (μητροπολιτικός), του Αγίου Στεφάνου ή του Λειβαδίου και του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού που αποτελούσε και μονή καλογραιών. Στο εικονικό μας ταξίδι εντοπίσαμε τρεις ναούς, πολύ κοντά στο "Φροντιστήριον", στην παλιά πόλη, 4 χλμ. νοτιοδυτικά της σύγχρονης πόλης. Οι δύο ναοί ταυτίζονται σίγουρα με τον Άγιο Γεώργιο (που ήταν ο μητροπολιτικός ναός) και την Μονή του Αγίου Ιωάννη (που ήταν εν μέρει λαξευμένη στον βράχο). Λίγο νοτιότερα διακρίνονται τα ερείπια ενός άλλου ναού, πιθανότατα του Αγίου Στεφάνου (αν πιστέψουμε την σήμανση που υπάρχει στον ηλεκτρονικό χάρτη)

Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Γεωργίου

Ναός Αγίου Στεφάνου

Μονή Αγίου Ιωάννη

Αφήνοντας την Αργυρούπολη κινούμαστε βόρεια προς την Ίμερα. Καθώς ανεβαίνουμε σε υψόμετρο συνατάμε τα ερείπια ενός παρεκκλησίου έξω από το χωρίο Ακτουτάν. Η αναζήτηση στο διαδίκτυο μας πληροφόρησε ότι είναι το χωριό Χάκαξα. Μετά τον ξεριζωμό οι περισσότεροι πρόσφυγες από την Χάκαξα εγκαταστάθηκαν στον νομό Κοζάνης αλλά αρκετοί εγκαταστάθηκαν στον νομό Κιλκίς: Στις Ποταμιές, στο Διπόταμο και το Σεβαστό. Στη Χάκαξα υπήρχε ναός του Αγίου Δημητρίου και ναός του Αγίου Ιωάννη. Τα ερείπια αυτά που εντοπίσαμε στο χάρτη δεν μπορούμε να τα ταυτίσουμε με κάποιον από τους ναούς.

Παρεκκλήσι στην Χάκαξα

Παρεκκλήσι στην Χάκαξα

Δεκαπέντε χιλιόμετρα βόρεια της Χάκαξας, σε πολύ μεγάλο υψόμετρο βρίσκεται η Ίμερα (ή Γήμερα) του Πόντου (σημ. Olucak). Είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Θήχης. Λέγεται ότι χτίστηκε από φυγάδες που ήρθαν στην περιοχή μετά την άλωση της Τραπεζούντας. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στην Ίμερα υπήρχε και επτατάξιο σχολείο. Πρίν τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο είχε 300 ελληνικές οικογένειες. Πριν τη μετανάστευση στη Ρωσία οι κάτοικοί της έφταναν τις 500 περίπου οικογένειες. Σήμερα είναι σχεδόν ακατοίκητη.

Μονή Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου

Στην Ίμερα μπορούμε να δούμε το καθολικό της γυναικείας Μονής του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου. Η (σύγχρονη) πινακίδα έξω από τον ναό μας πληροφορεί ότι το μοναστήρι χτίστηκε το 1350. Άλλες πληροφορίες τοποθετούν την ίδρυσή της στα 1710 από τη μοναχή Παϊσία, αδελφή του μητροπολίτη Θεοδοσιουπόλεως Ιακώβου. Όπως και νά έχει το 1859, επί ηγουμένης Ρωξάνης της Ιμεραίας, με προτροπή και συνδρομή του Αργυρουπολίτη διδασκάλου Γεώργιου Κ. Παπαδόπουλου αποφασίστηκε η ανακαίνιση του ναού. Μάρτυρας αυτής της ανακαίνισης είναι και η αναμνηστική πλάκα η οποία τοποθετήθηκε πάνω από την είσοδο του ναού και στέκει μέχρι σήμερα.

Μονή Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου

Οἰκοδομήθη ὁ πάνσεπτος οὖτος ναός τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Πρφή [Προφήτου] Πρδ [Προδρόμου] καί Βπστ [Βαπτιστοῦ] Ἰωάννου τῆς Μνς [Μονῆς] Γήμερας ἐπί βασ[ιλείας] Ἀπτούλ Με<τζίτ> καί ἐπί τοῦ Χαλδ[ίας] Θεοφί[λου] διά συνδρμς [συνδρομῆς] τῆς <καθηγ>ουμένης Ῥωξάνης Ῥάτπ καί σύν βοηθήᾳ <τῶν ε>ὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἀμήν. Ὁ πρωτομαΐστωρας Γρηγόρης Χρυσουλίδης, Μαΐου 1[;], Ἔτος 1859.

Δυτικά από τον Ίμερα, σε απόσταση περίπου 15 χλμ. υπήρχε μια ομάδα δέκα περίπου ελληνικών χωριών με τη γενική ονομασία Μούζενα. Στην περιοχή υπήρχαν πολλές εκκλησίες και αρκετών τα ερείπια σώζονται μέχρι σήμερα. Ενδιαφέρον έχει ένας ναός αφιερωμένος στους Αγίους Ακινδύνους (Αε-Κίντυνον) για τον οποίο δεν βρήκαμε φωτογραφίες αλλά και ένας ναός στα Τσιμερά (σημ. Atalar) που δεν μπορέσαμε να τον ταυτίσουμε με κάποιον από τους ναούς που αναφέρονται, οποίος βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση και είναι ομόνος σε όλη την περιοχή στον οποίο έχουν σωθεί τοιχογραφίες.

Εκκλησία στην Τσιμερά

Ο Ναός είναι μια πετρόχτιστη τρίκλιτη βασιλική με δίρριχτη στέγη. Είναι μικρού μεγέθους (διαστάσεις 13μ.Χ9 μ.) αλλά διασώζεται σε πολύ καλή κατάσταση, τόσο το εξωτερικό όσο και το εσωτερικό. Πιθανότατα είναι χτισμένη γύρω στο 1850, όπως και αρκετές άλλες εκκλησίες, καθώς η έκδοση του Χάτι Χουμαγιούν, το οποίο υποσχόταν θρησκευτικές ελευθερίες, έδωσε ελπίδες στους χριστιανούς πως θα μπορούν ελέυθερα να ασκούν την λατρεία τους.

Εκκλησία στην Τσιμερά

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το εσωτερικό το ναού καθώς και κάποιες νωπογραφίες που έχουν διατηρηθεί σε πολύ καλή κατάσταση. Άρθρα στον τουρκικό τύπο αναφέρονται στις διαμαρτυρίες των κατοίκων του χωριού οι οποίοι ισχυρίζονται ότι έχουν καταβάλει πολλές προσπάθειες για τη διατήρηση του ναού και ζητούν από το τουρκικό κράτος να συμβάλει στη συντήρησή του ώστε "να καταστεί πόλος έλξης για τους τουρίστες της περιοχής ανάλογος με την Μονή Σουμελά."

Εκκλησία στην Τσιμερά

Συνεχίζοντας την πορεία μέσα από τα βουνά της περιοχής επόμενη στάση η Κρώμνη (σημ Korum). Σύμφωνα με την παράδοση η περιοχή κατοικήθηκε από τα χρόνια του Ιουστινιανού όταν χριστιανοί της περιοχής, για να αποφύγουν τους Πέρσες, ανέβηκαν στις σπηλιές και στους γκρεμούς (κρημνούς - κρεμούς) της περιοχής. Εκ παραφθοράς η λέξη «κρεμός» έγινε Κρωμ και Κρώμη, και οι κάτοικοι των «κρεμών» Κρωμέτ’ και Κρεμέτ’. Με τα χρόνια η Κρωμ έγινε Κρώμνη και οι κρωμέτ’ Κρωμναίοι. Τα ερείπια του Κάστρο δείχνουν πόσο σημαντική υπήρξε η περιοχή από τα Βυζαντινά χρόνια ως πέρασμα προς την Ανατολή. Άλλωστε όλη την περιοχή της Χαλδίας την διέσχιζε η «βασιλική οδός» από Τραπεζούντα προς Μπαϊμπούρτ και Περσία και έτσι ήταν γεμάτη κάστρα και φρυκτωρίες.

Το κάστρο της Κρώμνης

Βρίσκεται πάνω σε ένα συμπαγή βράχο. Οι έρευνες που έγιναν δεν προσδιόρισαν ακριβή ημερομηνία κατασκευής. Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα κάστρα πιθανόν από τον Μεσαίωνα και μετά γκρεμίστηκε, ξαναχτίστηκε, έγιναν προσθήκες, επιδιορθώσεις κλπ.

Στην περιοχή κατέφυγαν πολλοί έλληνες μετά την Άλωση της Τραπεζούντας, καθώς εκεί, στο υψόμετρο των 2.000 μέτρων, οι Έλληνες αισθάνονταν πιο ασφαλείς. Κρυπτοχριστιανισμός Τα χωριά της Κρώμνης είναι και γνωστά ως τα χωριά των κρυπτοχριστιανών, καθώς στην πλειονότητά τους οι κάτοικοι ήταν δίπιστοι ή κλωστοί (το ρ. κλώθω στα ποντιακά έχει την σημασία του γυρίζω). Το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού με επίκεντρο την Κρώμνη κράτησε ουσιαστικά μέχρι το 1856. Τότε, με την υπογραφή του Χατι Χουμαγιούν, που υποσχόταν μεταξύ άλλων και ανεξιθρησκία, φανερώθηκαν πανηγυρικά, γεγονός που τους στοχοποίησε όταν ξεκίνησε η τελική φάση της Γενοκτονίας. Όσοι είχαν απομείνει στην Κρώμνη (πολλοί είχαν ήδη εγκαταλείψει την περιοχή) υπέστησαν την οργή των Τούρκων καθώς θεωρήθηκαν πρώην «μουσουλμάνοι» που έγιναν χριστιανοί (στην πραγματικότητα δεν έπαψαν ποτέ να είναι χριστιανοί).

Παναγία Μόχωρας

Η Μόχωρα ήταν πολυπληθέστατο χωριό. Από την εκκλησία της Γεννήσεως της Θεοτόκου έχουν σωθεί ελάχιστα: Μια περίτεχνη είσοδος με κίονες και τόξο και οι πλαϊνοί τοίχοι που δείχνουν το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του ναού.

Παναγία Μόχωρας

Παρχάρια

Παρχάρια (παρά+χωρίο) ονομάζουν οι Πόντιοι τις τοποθεσίες που βρίσκονται στα οροπέδια, σε ύψος πάνω από 1800 μ., εκεί που τα δέντρα παύουν να φύονται. Καλυμμένα από χιόνι για περισσότερο από έξι μήνες το χρόνο, αποτελούν απέραντους βοσκότοπους όταν το χιόνι λιώσει. Ακόμη και κατά το καλοκαίρι καλύπτονται από ομίχλη τις περισσότερες ώρες της ημέρας.

Σάντα

Συνεχίζοντας την πορεία βορειότερα φτάνουμε στα ψηλότερα, στην Σάντα. Η Σάντα (σήμερα Dumanlı) ήταν ελληνική κωμόπολη αποτελούμενη από 7 οικισμούς. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες που αριθμούσαν τις 5.000. Βρίσκονταν σε θέση απόκεντρη, μακριά από τουρκικούς οικισμούς. Από τον 16ο αιώνα είχε καταστεί άσυλο για τους κατοίκους της γύρω περιοχής που έψαχναν καταφύγιο από τις κατά καιρούς τουρκικές πιέσεις και παραβάσεις κατά των ελληνικών και αρμενικών χριστιανικών πληθυσμών.

Σάντα

Πριν την ανταλλαγή πληθυσμών του 1922, αποτελούνταν από τους εξής οικισμούς: Πιστοφάντων Ζουρνατσάντων Τσακαλάντων Ισχανάντων Κοζλοράντων Πινετάντων Τερζάντων

Σάντα

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Σάντα υπέστη μεγάλες συμφορές και οι κάτοικοί της αναγκάσθηκαν άλλοι να καταφύγουν στη Τραπεζούντα, οι περισσότεροι, και άλλοι σε άλλες ασφαλέστερες περιοχές. Σανταίοι αντάρτες εμφανίστηκαν στα βουνά της Σάντας από το 1916, υπό την ηγεσία του Ευκλείδη Κουρτίδη και αντιστάθηκαν επιτυχώς σε τουρκική επίθεση στις 6 Σεπτεμβρίου 1921. Τελικά, μετά την υπογραφή της ειρήνης μεταξύ Ελλάδος Τουρκίας την οποία ακολούθησε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, οι κάτοικοι της Σάντας πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς και, μέσω Θεσσαλονίκης, εγκαταστάθηκαν στη περιοχή του Κιλκίς δημιουργώντας τη Νέα Σάντα καθώς και στην περιοχή της Βέροιας.

Σάντα

Σήμερα το χωριό είναι σχεδόν ακατοίκητο (81 κατοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2021), τα ερείπεια όμως που έχουν απομείνει μαρτυρούν την ακμή που γνώρισε στο παρελθόν

Εκκλησίες της Σάντας

Από τις εκκλησίες της Σάντας (αναφέρονται στις πηγές γύρω στις 15) εντοπίσαμε τα ερείπεια δύο εκκλησιών οι οποίες (με αρκετή βεβαιότητα) ταυτίζονται με την εκκλησία του Αγίου Χριστοφόρου της συνοικίας Πιστοφάντων και με την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής της συνοικίας Τσακαλάντων. Οι δύο εκκλησίες, λιθόχτιστες, έχουν περίπου το ίδιο μέγεθος και παρόμοια αρχιτεκτονική: αν και η οροφή έχει καταρρεύσει και δεν σώζονται σε καλή κατάσταση φαίνεται να ήταν βασιλικές με 3 κλίτη που καταλήγαν σε 3 κόγχες στο ιερό. Δεν φαίνονται ίχνη αγιογραφιών εκτός από μια παράσταση Σταυρού έξω από την Νότια Πύλη του ναού του Αγίου Χριστοφόρου.

Άγιος Χριστόφορος Πιστοφάντων

Άγιος Χριστόφορος Πιστοφάντων

Άγιος Χριστόφορος Πιστοφάντων

Ι. Ν. Ζωοδόχου Πηγής Τσακαλάντων

Άπό τη Σάντα στην Μονή Περιστερεώτα

Συνεχίζοντας την εικονική περιήγησή μας προχωράμε βορειότερα, μέσα από τις κατάφυτες πλαγιές προς την Ιερά Μονή Περιστερεώτα (σημ. Kuştul Manastırı).

Άπό τη Σάντα στην Μονή Περιστερεώτα

Η Μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα είναι χτισμένη στο όρος Πυργί της επαρχίας Γαλίαινας, σε υψόμετρο 1200 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Στην ίδια περιοχή ήταν χτισμένες και οι άλλες δυο μεγάλες Μονές του Πόντου, η Παναγία Σουμελά και ο Άγιος Ιωάννης ο Βαζελών. Το όνομά της προήλθε από τον μοναχό Περιστερεώτη. Κατά τον θρύλο, ένα κοπάδι περιστέρια κατέβηκε από τα δάση των Σουρμένων , που βρίσκονται σε απόσταση 50 χλμ. και οδήγησε τρεις μοναχούς που μετέφεραν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου στον τόπο όπου χτίστηκε το μοναστήρι. Σύμφωνα με τον Κώδικα της μονής, η μονή χτίστηκε το 752. Στις αρχές του 13ου αιώνα λεηλατήθηκε και λειτούργησε ξανα το 1398. Το μοναστήρι έκλεισε στις 17 Ιανουαρίου 1923, όταν ο ηγούμενος Γρηγόριος και οι μοναχοί, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες κάτοικοι εκδιώχθηκαν στην Ελλάδα. Σήμερα σώζεται μόνο η βάση του ναού .

Μονή Περιστερεώτα

Άπό τη Σάντα στην Μονή Περιστερεώτα

Κατά τον 19ο αιώνα η Μονή, στην οποία υπάγονταν 943 οικογένειες ή στέφανα, συντηρούσε σε κάθε χωριό ένα μικρό σχολείο στο οποίο φοιτούσαν αγόρια και κορίτσια μαζί, δίπλα στις εκκλησιές, με δάσκαλο που τον πλήρωνε η Μονή από τις εισφορές των κατοίκων (πέντε οκάδες καλαμπόκι ετησίως στη Μονή) και προσφορές σε άλλα είδη (στάρι ή ζωντανά) σε ένδειξη υποταγής. Το 1909 σύστησε την Κεντρική Σχολή, ένα πλήρες τετρατάξιο ημιγυμνάσιο στην τοποθεσία Γέφυρα, όπου φοιτούσαν οι απόφοιτοι των δημοτικών σχολείων των γύρω χωριών. Εξάλλου σ’ένα από τα δυο μετόχια του Μοναστηριού στην Τραπεζούντα στεγαζόταν στις αρχές του 19ου αιώνα το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας πριν στεγαστεί σε δικό του διδακτήριο (1845) απ’ όπου μεταστεγάστηκε οριστικά στο μεγαλεπήβολο σημερινό κτήριο που εγκαινιάστηκε το 1902. Πολλές μεγάλες προσωπικότητς του Γένους, όπως Πατριάρχες, Μητροπολίτες, καθηγητές και δάσκαλοι είχαν ως πρωταρχική βάση μόρφωσης και εξόρμησης την Μονή του Περιστερεώτα.

Δικτυογραφία

https://kromni.blogspot.com/2018/12/Hakaksa-Aktutan.html http://www.kotsari.com/ https://periegesis.gr/krom-imera-santa/ https://www.pontosnews.gr/ https://www.prlogos.gr/ https://gumushane.ktb.gov.tr/ https://www.kulturportali.gov.tr/