Want to create interactive content? It’s easy in Genially!

Get started free

Τοπόσημα της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης

Vivi Helmi

Created on January 30, 2024

Εικόνες σημαντικά ναών και δημόσιων κτιρίων της πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέσα από ιστορικά μυθιστορήματα

Start designing with a free template

Discover more than 1500 professional designs like these:

Essential Business Proposal

Project Roadmap Timeline

Step-by-Step Timeline: How to Develop an Idea

Artificial Intelligence History Timeline

Mobile Phone Call

Momentum: Tools Tutorial

Momentum: Onboarding Video

Transcript

Τα ιστορικά μυθιστορήματα που διαβάσαμε:

  • Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος
  • Ισίδωρος Ζουργός, Περί της εαυτού ψυχής
  • Κώστας Κυριαζής, Θεοφανώ. Η εστεμμένη φόνισσα
  • Κώστας Κυριαζής, Αγνή η Φράγκα. Οι τελευταίοι Κομνηνοί
  • Τεύκρος Μιχαηλίδης, Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία
  • Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, Πήραν την Πόλην, πήραν την
  • Μάρω Δούκα, Ένας σκούφος από πορφύρα

Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος

Έκαναν μερικές εναέριες βόλτες γύρω απ’ το ναό να τον περιεργαστούν· και συμφώνησαν πως ήταν κτίριο πολύ χαριτωμένο. Ο νέος ρυθμός – ο βυζαντινός – που πρώτη φορά τον έβλεπαν, τους έκανε ισχυρή εντύπωση. - Εξέλιξη του ελληνορωμαϊκού, είπε ο Σέργιος. Με μεγάλα δάνεια απ’ την Ανατολή, αλλά καλά αφομοιωμένα και προσαρμοσμένα στη δική μας αισθητική. Οι αρχιτέχτονες που ‘χτισαν τούτο το ναό είναι εξαίρετοι καλλιτέχνες! Μ.: Οι ίδιοι έχτισαν την Αγία Ειρήνη, τους Αγίους Αποστόλους και το ναό της του Θεού Σοφίας, που είναι θάμα αξεπέραστο! Μην κοιτάς πώς φαίνεται απ’ έξω. Πρέπει να τον δεις από μέσα… Προσγειώθηκαν στον αυλόγυρο, διάβηκαν τη μεσιανή πύλη, μπήκαν στο νάρθηκα κι έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Η συμμετρία της οικοδομής ήταν υπολογισμένη με υπέρτατο αισθητικό δαιμόνιο. Οι αρχιτέχτονες, αποφεύγοντας την ίσια γραμμή, σχεδίασαν όλα τα πάντα με αμυδρότατες καμπύλες· τόσο αμυδρές, που δεν έμοιαζαν με καμπύλες μα με ευθεία, που πάλι ευθεία δεν ήταν. Τα δευτερεύοντα τμήματα του συνολικού χώρου περιστοίχιζαν με άνεση την κεντρική απλωσιά, τη στεφανωμένη με ελαφράδα από τον πλατύ και χαμηλό τρούλλο.

Οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος, μαζί με τον αρχάγγελο Μιχαήλ, φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη την ημέρα των εγκαινίων της εκκλησίας που έχτισε προς τιμήν τους ο Ιουστινιανός. Στο απόσπασμα παρακολου-θούμε τις εντυπώσεις τους καθώς πλησιάζουν τον ναό.

Βάκχος: Μιχαήλ, ποια είναι η δική μας εκκλησία; Μιχαήλ: Βλέπεις τον Ιππόδρομο; Και δίπλα του το Ιερό Παλάτιο; Βάκχος: Το βλέπω. Μιχαήλ: Προχώρα από το τέρμα του Ιπποδρόμου προς τη θάλασσα της Προποντίδας, ευθεία γραμμή. Β.: Μάλιστα. Μ.: Κοντά στα τείχη βλέπεις μια εκκλησιά με μεγάλο τρούλλο, που δεν είναι σφαιρικός αλλά κυματιστός, όλο φελιά-φελιά; Β.: Τη βλέπω. Μ.: Αυτή είναι. Β. (ύστερα από μικρή σιωπή): Όμορφη εκκλησίτσα, μα το ναι! Όχι μεγάλη, μα όμορφη!

Ο ναός τους ήταν πολύ ωραίος. […] Χτισμένος από μάρμαρο και πορφύρα, αρμονικά καμπυλωτός, υψωνόταν πανάλαφρα προς τον ουρανό, στεφανωμένος με τον κυματιστό και ολόχρυσο τρούλλο του. Κήποι τρισχαριτωμένοι τον περιτριγύριζαν, γεμάτοι δέντρα φουντωτά, λουλούδια ευωδιαστά και συντριβάνια δροσερότατα. Πάνω απ' τη μεγαλόπρεπη πύλη, με τ' ασημένια σκαλιστά θυρόφυλλα, ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό καθήλωνε το μάτι του επισκέπτη. Παρίστανε δυο παγώνια, φανταχτερά χρωματισμένα, που με σβέλτη κίνηση του μακρυού λαιμού τους, έπιναν νερό από 'να κουκλίστικο, τρισχαριτωμένο συντριβάνι. Μπαίνοντας μέσα αμέσως σ' αρπάζει η γοητεία του θόλου και του ιερού χώρου. […] Τις όμορφες μέρες, οι αχτίνες ήλιου έμπαιναν απ' τα χρωματιστά γυαλιά των παραθύρων κι έριχναν αντίθετους φωτιστικούς χρωματισμούς στα χρώματα των ψηφιδωτών, γεννώντας παράξενα κι εναλλασσόμενα παιγνίδια. Όταν ήταν συννεφιά, όλα τα πάντα καλύπτονταν από μελαγχολική αχλύ, που επηρέαζε τις ψυχές προς τη μετάνοια και τη συντριβή. Τη νύχτα πάλι, εκατοντάδες καντήλια και λαμπάδες σκορπούσαν φως μελιχρό, τρεμάμενο, πάνω στα σχήματα και στα χρώματα, που γεννούσε γοητεία μυστηριακή.

Κολόνες από πράσινο μάρμαρο, με κιονόκρανα από λευκή πέτρα, περίτεχνα σκαλισμένα, υποβάσταζαν το γυναικωνίτη, που το διάζωμα ήταν επίσης από λευκό μάρμαρο, πολύ καλλιτεχνικά δουλεμένο. Το ίδιο και οι τοίχοι, ως ένα μπόι ύψος ήταν σκεπασμένοι με πλάκες από πολύχρωμα μάρμαρα, πολύ αισθητικά ταιριασμένες η μια με την άλλη. Μα εκείνο που έριξε του δυο φίλους σε ακράτητο θαυμασμό ήσαν τα ψηφιδωτά που σκέπαζαν τους τοίχους, τις κόχες και τον τρούλλο πάνω απ’ την ορθομαρμάρωση. - Τέτοιο πράμα δεν το φανταζόμουν! είπε ο Σέργιος. Στον καιρό μας, το μωσαϊκό το χρησιμοποιούσαν μόνο για να διακοσμούν τα δάπεδα· αλλά κι η τεχνοτροπία ήταν εντελώς αλλιώτικη, με χρώματα πιο συγκρατημένα, πιο φυσικά. Ενώ τούτο δω το όργιο από χρυσάφι… Και τα θέματα, σαν άλλου είδους μου φαίνονται. Αυτοί οι άνθρωποι με τα εξαϋλωμένα κορμιά και τις αυστηρά εξιδανικευμένες μορφές…

Ισίδωρος Ζουργός, Περί της εαυτού ψυχής

Μονή Στουδίου: η κορυφή του κόσμου των γραμμάτων (Ο βιβλιοφύλακας Ιγνάτιος απευθύνεται στους αντιγραφείς-μοναχούς)“[…] Το μεγάλο έργο που επιτελούμε σ’ αυτήν την αίθουσα θερμαίνει τη στενή δίοδο της ψυχής. Η ψυχή μας, αδελφοί, συντηρεί μια χύτρα εν βρασμώ, η οποία περιέχει τα ιερά γράμματα που κοχλάζουν και αναδίδουν ατμούς ζωής. Τα χέρια είναι τα μάκτρα που πιάνουν σταθερά τις λαβές αυτής της μεγάλης χύτρας, για να τη μεταφέρουν εκεί όπου κάθε φορά το χρέος επιτάσσει. Τα χέρια σας μεταφέρουν τη γνώση που ζεσταίνει, που καθαρίζει τον νου από βρόμικους λογισμούς, τη γνώση που αχνίζει ως ιαματική πηγή και θεραπεύει. Προσοχή όμως στα χέρια σας, να μην καούν, γιατί αυτή είναι η προίκα σας, όπως και τα μάτια σας επίσης. Γνωρίζετε καλά πως, όταν οι αντιγραφείς γεράσουν, η πιθανή τύφλωση είναι η μεγάλη μας βάσανος και η ύψιστή μας δοκιμασία. [...] Να θυμάστε λοιπόν να κρατάτε σωστή ευθυγράμμηση στα δίστηλα. στη διάθεσή σας υπάρχουν ένα σωρό μεταλλικοί και ξύλινοι χάρακες, χρησιμοποιήστε τους. Το μάτι μας συχνά ξεγελιέται, ο χάρακας ποτέ. Τα ματια μας είναι σαν την ψυχή μας, μπορεί να παραστρατήσουν, γι’ αυτό ο κανόνας είναι ο οδηγός μας”.

Οι αντιγραφείς όλη αυτήν την ώρα παρέμεναν καθισμένοι στα σκαμνιά τους, με στραυρωμένα τα χέρια πάνω στις τάβλες. Υπήρχε μακραίωνη παράδοση στο εργαστήρι, να ξεκινάνε την αντιγραφή μετά τον ήχο του κώδωνος, που τον κρατούσε ο αρχικαλλιγράφος. Οι συμβουλές του Ιγνάτιου για τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς “Ακόμη, ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας για άλλη μια φορά στα συγγράμματα των Ελλήνων. Αδελφοί, είναι γνωστό πως κάποιοι από εκείνους τους συγγραφείς, μολονότι η φανέρωση του Χριστού και η παράδοση της Εκκλησίας τούς ήταν άγνωστες, έχουν συγγράψει με ανερμήνευτη εμβρίθεια και χάρη. Οι Έλληνες, αν και εκτεθειμένοι στην πλάνη των ειδώλων, μας έδειξαν την τέχνη της συλλογιστικής, τη χάρη της ευγλωττίας και πολλά άλλα. Προσοχή όμως στα γράμματα των Ελλήνων! Κάποιες φορές είναι σαν κυψέλες γεμάτες μυρωδάτο μέλι, που δείχνει λαχταριστό, όμως με τις μέλισσες να καραδοκούν. Προσοχή, λοιπόν, αδελφοί, στη σαγήνη των Ελλήνων!

Next

Ο τοποτηρητής του πατριαρχείου τούς μίλησε στην αρχή για την ιστορία της μονής, τους αγώνες της στην περίοδο της διαμάχης των ιερών εικόνων, για τους αγίους και τους τρεις αυτοκράτορες που πέρασαν τις πύλες της και έγιναν μοναχοί. Έκανε ιδιαίτερη αναφορά και στον βασιλέα Μιχαήλ, ο οποίος πριν από μήνες είχε καρεί μοναχός και ζούσε πια ανάμεσά τους. Είπε και για τη σχέση της μονής με το πατριαρχείο, για το πόσοι ηγούμενοι έγιναν πατρι-άρχες και πόσοι πατριάρχες μοναχοί. Φλυαρούσε ο γέροντας, όπως όλοι οι πάλαι ποτέ δάσκαλοι. Ύστερα από ώρα στο προκείμενο. Το βιβλιογραφικό εργαστήριο, είπε, έπρεπε ν’ ανοίξει κι άλλο τα φτερά του. μπορούσε να διπλασιάσει τον αριθμό των εκπαιδευο-μένων αγοριών, να αυξήσει τις αγορές του σε γραφική ύλη και να καταρτίσει μοναχούς ώστε να ειδικευτούν στη μικρογραφία και στην οξυγραφία. Η εκπαίδευση των αντιγραφέων: Τον πρώτο καιρό έγραφε στη μικρογράμματη γραφή, που την ήξερε και την χειριζόταν εδώ και καιρό. […] Ο Χαρίτωνας υπαγόρευε, ο Σταυράκιος άκουγε και με το κεφάλι σκυμμένο πάνω απ’ την περγαμηνή έγραφε χωρίς σταμα-τημό. Ξεκίνησαν, τιμής ένεκεν, με κάποιες γραμμές από τον βίο του Θεοδώρου του Στουδίτη, που ήταν κι αυτό επιδέξιος αντιγραφέας. […] Συνέχισαν με κείμενα γνωστά κι όχι ιδιαίτερα σύνθετα, στα οποία δεν θα τον δυσκόλευε το άκουσμα σπάνιων λέξεων και εκφράσεων, όπως στα βιβλία της ρητορικής.

[...] Τις κατοπινές μέρες του υπαγόρευε χρονογραφίες, στην αρχή μόνο κάποια δελτάρια. ΄Οταν το χέρι του πιανόταν κι άρχιζε να πονάει, ανασήκωνε το κεφάλι και με μάτια κόκκινα παρακαλούσε τον Χαρίτωνα να σταματήσει. Βλέποντάς τον ο πρωτοκαλλιγράφος έπιανε κάποια απ’ τις κλεψύδρες κια μετρούσε τον χρόνο μπροστά στο φως του παραθύρου. Κατόπιν έπαιρνε το γραπτό του νεαρού δόκιμου και έκανε αντιπαραβολή με το χειρόγραφο που κρατούσε στο χέρι του. […] Δεν πέρασε πολύς καιρός, και κάποιο πρωί ο δάσκαλος του έβαλε μπροστά του έναν πίνακα με σύμβολα, τα οποία έπρεπε να τα μάθει απέξω. Ήταν συντομογραφίες που αντικαθιστούσαν τις πιο συχνές λέξεις, με αυτά θα τυραννούσε τα μάτια του από κει και πέρα. Σε δυο βδομάδες από κείνο το πρωινό ο δάσκαλος μπήκε στο δώμα και ξεκίνησε να του μιλάει για το καθετί, ατενίζοντας έξω απ΄το ανοιχτό παράθυρο. […] του μιλούσε κρύβοντας πάντα τα χείλη και το πρόσωπό του. Ο Σταυράκιος έχοντας απομνημονεύσει όλα όλον τον πίνακα των συντομογραφιών στο μυαλό του, έγραφε με αυτά ό,τι άκουγε απ’ τον δάσκαλό του. Τώρα δεν του υπαγόρευε, απλώς του μιλούσε· πιο αργά στην αρχή και κατόπιν όλο πιο γρήγορα. ΄Ό,τι άκουγε έπρεπε να το αντιγράφει χωρίς κανένα λάθος στο χαρτί.

Η συνάντηση του Σταυράκιου με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ: Τα σύννεφα πάνω απ’ το μοναστήρι διαλύονταν, και το φεγγάρι, λεπτό με λεπτό, κατόρθωνε μια θεαματική επιστροφή στον ουρανό. Ο Σταυράκιος χάζευε εδώ κι εκεί… Κάποια στιγμή μια σκιά καμπουριασμένη, η οποία βρισκόταν κάπως μακριά του, του κίνησε την περιέργεια. Τι έκανε ένας αδελφός στο υπόστεγο έξω απ’ τον φούρνο, καθισμένος πάνω στα γεμάτα τσουβάλια, που περίμεναν το ξημέρωμα για να μεταφερθούν στις αποθήκες; […] Ο Σταυράκιος παρέμεινε άγαλμα στο σκοτάδι, κι ύστερα από λίγο ήρθε πάλι ο ίδιος ήχος στ’ αυτιά του. Το διπλωμένο σώμα θαρρείς έκλαιγε και ανα-στέναζε. Το χνότο της σκιάς κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο άχνιζε, σαν να ξερνούσε το σώμα του όλον τον ατμό απ’ τη χύτρα της ψυχής του, η οποία, καταπώς έδειχνε, κόχλαζε. […] Ξαφνικά η σκιά ξεδιπλώθηκε, τανύστηκε κι ανασηκώθηκε. Έβλεπε τώρα την πλάγια της όψη, ένα κεφάλι ξεσκούφωτο με μακριά γενειάδα. Το πρόσωπο, αθέατο μέχρι στιγμής, ξαφνικά στράφηκε προς το μέρος του. […] “Πάμε, νεαρέ, εκεί προς τον λύχνο της πύλης, για να σε δω καλύτερα”. […] Πάμε σου, λέω! Θέλω να δω αυτόν που με έπιασε να κλαίω μες στη νύχτα. Μη μου πεις ότι δεν κατάλαβες ότι θρηνούσα…”. “Ήταν, νομίζω, φανερό, κύριε”. “Γι’ αυτό θέλω να δω το πρόσωπό σου, να μάθω το όνομά σου, μην έχω την έγνοια μιας άγνωστης σκιάς, κι ας είσαι παιδί ακόμα”.

"Φοβάμαι την τιμωρία”. “Είμαι εγώ εδώ, θα πω πως ζήτησα βοήθεια”. “Ποιος είστε εσείς;” “Κάποιος που τα μάτια του είδαν πολλά, όμως τώρα είμαι κλεισμένος σε μια φυλακή με ψηλό τοίχο”. “Δεν κατάλαβα, θεοφιλέστατε”. “Πριν από μερικούς μήνες ήμουν ο βασιλιάς των Ρωμαίων, τώρα δεν ξέρω ποιος είμαι”. […] Ο Μιχαήλ Δούκας, έβδομος κατά σειρά βασιλιάς των Ρωμαίων με το όνομα Μιχαήλ, ο επονομαζόμενος από τον όχλο της Βασιλεύουσας Παρα-πινάκης, βάδιζε μπροστά, σέρνοντας κάπως το ένα του πόδι στο βρεγμένο λιθόστρωτο. Ο Σταυράκιος τον ακολουθούσε από κάποια απόσταση. […] “Θέλω να δω το πρόσωπό σου, νεαρέ, για να σε θυμάμαι”. “Για ποιον λόγο, κύριε; κατάφερε να τον ρωτήσει ψελλίζοντας ο δόκιμος. “Για να θυμάμαι ποιος με είδε βυθισμένο στη συντριβή μου”.

Κώστας Κυριαζής, Θεοφανώ. Η εστεμμένη φόνισσα

Η Αναστασία - μετέπειτα αυτοκράτειρα Θεοφανώ - μαζί με άλλες κοπέλες, έρχεται στο Ιερό Παλάτιο, για να διαλέξει μία από αυτές ο διάδοχος του θρόνου Ρωμανός ως σύζυγο. Το φορείο προχώρησε, μπήκε στον περίβολο των ανακτόρων περνώντας από τη Χαλκή Πύλη και ήλθε και σταμάτησε μπροστά στο Ιερό Παλάτιο. Οι δούλοι έσκυψαν, το απόθεσαν καταγής, ο υπηρέτης που βάδιζε κοντά στο φορείο σήκωσε την κουρτίνα και ο καβαλλάρης που πήγαινε μπροστά ξεπέζεψε, άφησε τα χαλινάρια του αλόγου του στα χέρια ενός στρατιώτη και ζύγωσε το φορείο. [...] Ο άνδρας άπλωσε το χέρι του και βοήθησε την Αναστασία να κατέβη από το φορείο. Η κοπέλλα πήδησε ανάλαφρα στη γη, έρριξε μια ματιά γύρω της και χαμογέλασε ικανοποιημένη. Οι Βαράγγοι στρατιώτες είχαν παρατήσει την αγαλμάτινη ακινησία τους και την κοιτούσαν με τον πόθο γραμμένο στα γαλάνα τους μάτια. - Έλα, κόρη μου, έκανε ο άνδρας κάπως ανυπόμονα, αργήσαμε, είμαστε σχεδόν οι τελευταίοι. Η Αναστασία κούνησε το κεφάλι της και προχώρησε να μπη στο Ιερό Παλάτιο όσο πιο γρήγορα της επέτρεπε το βαρύ χρυσοκέντητο φόρεμά της.

Η κοπέλλα δεν κοίταζε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, καθώς προχωρούσε μέσα στις αίθουσες που λαμποκοπούσαν από τα μάρμαρα, τα χρυσά μωσαϊκά, τις ασημένιες και χρυσές λυχνίες, ούτε γύρισε να δη τους ανώτατους αξιωματούχους της Αυτοκρατορίας που μπαινοέβγαιναν, άλλοι βιαστικοί, άλλοι αργά-αργά, στις διάφορες αίθουσες διασχίζοντας τον φαρδύ διάδρομο που περνούσε. Δεν κοίταξε ούτε τους ευνούχους με τις κίτρινες στολές τους, ούτε τους νεαρούς αξιωματικούς, ούτε τους αρχοντογεννημένους τους σπαθαροκανδιδάτους, τους σπαθάριους, τους νέους στα χρόνια κόμιτες, τους πιο ρποχωρημένους σε ηλικία τουρμάρχες, που σε κάθε εμφάνιση μιας καινούργιας κοπέλλας άρχιζαν να την εξετάζουν και να την κρίνουν με μια αποκοτιά που έφερνε το αίμα στο κεφάλι των κοριτσιών που είχε καλέσει ο ευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας, ο Μέγας Πραιπόζιτος, να παρουσιαστούν μπροστά στο Μεγαλείον του τον Εωμανό τον Συμβασιλέα με τον πατέρα του τον Κωνσταντίνο, για να διαλέξει νύφη.

Είχαν περάσει δέκα ολόκληρες ημέρες από τότε που είχε πάει στο χρυσοτρίκλινο του Ιερού Παλατίου και κανείς αποσταλμένος του Βασιλέα δεν είχε έλθει να χτυπήσει την θύρα του αρχοντικού της. Δέκα ημέρες που της είχαν φανή αιώνες, που γράφτηκαν στο πρόσωπό της, που ξεχάστηκαν αμέσως μόλις χτες, σαν ήρθε ένας σπαθάριος να πη στον Κρατερό, τον πατέρα της, ότι το Μεγαλείον του, ο Συμβασιλέας Ρωμανός, επιθυμούσε να δεχτεί την Αναστασία στο Ιερό Παλάτιο. Πήγε με καρδιά που έτρεμε και φτεροκοπούσε η Αναστασία στο Ιερό Παλάτιο και έπεσε στα γόνατά της και προσκύνησε τον Αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο, τον έβδομο μέσα στη σειρά των βασιλέων με το ίδιο όνομα που φόρεσαν το τιμημένο στέμμα της Αυτοκρατορίας, και ύστερα είδε για μια στιγμή τις αδελφές του Ρωμανού στο γυναικωνίτη των Ανακτόρων και τη μητέρα του την Αυτοκρατόρισσα Ελένη. Τις είδε και διάβασε στα μάτια τους την περηφάνεια και την περιφρόνηση και η καρδιά της σφίχτηκε γιατί κατάλαβε ότι θα είχε να παλέψει. Όμως όλα τούτα ξεχάστηκαν μετά, όταν σε μια αίθουσα κατάφορτη από μωσαϊκά και πλούσια έπιπλα και βήλα χρυσοκέντητα και χαλιά και ολόχρυσες λυχνίες, σε μια αίθουσε που μίλαγε μονάχη της για τον πλούτο της Αυτοκρατορίας, ο Ρωμανός κάθησε κοντά της και πιάνοντας τα χέρια της της μίλησε για την αγάπη του, για τη λατρεία που ένιωσε γι' αυτήν από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσε, πριν δέκα μέρες στο χρυσοτρίκλινο, εκείνη που ήταν ένα πολύτιμο διαμάντι ανάμεσα στις τόσες όμορφες που είχαν συναχθή για να διαλέξη.

Κώστας Κυριαζής, Αγνή η Φράγκα. Οι τελευταίοι Κομνηνοί

Χριστούγεννα στο Ιερό Παλάτιο Προχώρησε η χρυσοφορεμένη πομπή, σταμάτησε πάλι. Ακούστηκαν άλλοι ύμνοι λατινικά που λέγανε «Εκ Μαρίας της Παρθένου εγεννήθη και μάγοι εξ ανατολών προσκυνήσουσι» και άλλοι που απαντούσανε: «Χριστός ο θεός ημών φυλάξει την Βασιλείαν ημών επί πολλοίς εισέτι και καλοίς". Πέντε φορές σταμάτησε η πομπή, ώσπου να φθάσει στο ιερό παλάτιο, και κάθε φορά ακούγονταν οι ύμνοι. Ξελαρυγγιάστηκε η πλέμπα απ’ τον ενθουσιασμό της, τα δοσίματα του αυτοκράτορα πάντα πιάναν τόπο, κι όταν πια ο αυτοκράτορας με την οικογένειά του χάθηκε μέσα στο ιερό παλάτιο, από την ανθρωποθάλασσα του λαού ξεχωρίσανε δώδεκα άνδρες φτωχικά ντυμένοι αλλά καθαροί και τράβηξαν για τη μεγάλη είσοδο του ιερού παλατιού. Έφθασαν στην είσοδο, κι ενώ οι βαράγγιοι στέκονταν ακίνητοι σαν αγάλματα, ο ο φικιάλιος που ήταν στο κεφάλιτους, ο υπαρχηγός τους, ο Γκοντεφρουά ντε λα Τούρ Σαίντ, τους χαιρέτησε με σεβασμό και μπαίνοντας πρώτος τους οδήγησε στο τρίκλινο των ΙΘ ακκουβιτών, που θα δινότανε το επίσημο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Σε ανάκλιντρα ήταν ξαπλωμένοι, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, όπως οι Ρωμαίοι, όλοι οι καλεσμένοι, μεγαλάρχοντες, σιδερωμένοι, λογοθέτες, και οι αρχοντοκυράδες σε ανάκλιντρα και ο Μανουήλ και η αυτοκρατόρισσα και ο Αλέξιος και η Αγνή…Ήλθανε οι δώδεκα άνθρωποι του λαού, οι φτωχοντυμένοι, μέσα στα μαλάματα και τα πετράδια που φορούσανε οι άλλοι και πήγαν κι αυτοί και ξάπλωσαν, χωρίς να προσκυνήσουν σε δώδεκα ανάκλιντρα μπροστά στο μακρύ τραπέζι, απέναντι από εκείνο του Μανουήλ …

Τεύκρος Μιχαηλίδης, Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία

Τo μυθιστόρημα μάς μεταφέρει στην ημέρα των εγκαινίων της Αγ. Σοφίας, στις 27 Δεκεμβρίου 537. Μόλις σαράντα μέρες μετά το φονικό (σ.σ. τη Στάση του Νίκα), ο Αυτοκράτορας είχε πάρει την απόφασή του: πάνω στα ερείπια της εκκλησιάς του Θεοδοσίου, που με τη σειρά της είχε ανεγερθεί πάνω στα χαλάσματα αυτής του Κωνσταντίνου, θα έχτιζε έναν νέο ναό, που όμοιό του σε μέγεθος, σε σχήμα και σε πλούτο δεν θα είχε ο κόσμος ματαδεί. Κανένας περιορισμός στα έξοδα, καμιά οικονομία, καμιά υποταγή σε αρχιτεκτονικές και αισθητικές συμβατικότητες δεν έπρεπε να μπουν εμπόδιο στο διάβα της κατασκευής του μνημείου που έμελλε να σφραγίσει, όσο κανένα άλλο, το μεγαλείο της βασιλείας του. Γι’ αυτό άλλωστε, αντί για τους συνηθισμένους αρχιτέκτονες της αυτοκρατορίας, είχε διαλέξει ν’ αναθέσει τα σχέδια και την εκτέλεση σ’ έναν γεωμέτρη κι έναν μηχανικό, στον Ανθέμιο από τις Τράλλεις και τον Ισίδωρο από τη Μίλητο, άντρες φημισμένους για τη γνώση και τη σοφία τους, ανεπηρέαστους όμως από οποιαδήποτε παράδοση και ικανούς να τολμήσουν το καινούργιο. Μέρα-νύχτα είχαν δουλέψει όλα τουτα τα χρόνια οι μαστόροι, δέκα χιλιάδες άνθρωποι μαζί, για να είναι σήμερα όλα στην εντέλεια. Χάρη σ’ έναν αρχιτεκτονικό τέχνασμα που είχε σκεφτεί ο Ανθέμιος, ο τρούλος της εκκλησίας έμοιαζε να αιωρείται χωρίς κανένα στήριγμα, λες και το Θείον Πνεύμα, μοναχά με την χάρη Του, τον κρατούσε στη θέση του. Στη βάση του τρούλου, εκεί που το ημισφαίριο ακουμπούσε στο τετράγωνο πλαίσιο, το οποίο με τη σειρά του στηριζόταν σε τέσσερις τεράστιους πεσσούς, είχε τοποθετήσει αμέτρητα μικρά παράθυρα. Το φως που έμπαινε από εκεί κατευθυνόταν, χάρη σ’ ένα σύστημα κοίλων κατόπτρων, προς τον θόλο, που καθώς ήταν ολόχρυσος, αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου προς όλες τις κατευθύνσεις, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αυτός ήταν η πηγή του φωτός. […] Ακόμα κι η ίδια η Παναγιά, η προστάτιδα της πόλης, είχε βρει του γούστου της την καινούργια εκκλησιά. Έτσι τουλάχιστον είχε πει ένας νυχτοφύλακας, που βεβαίωνε πρόθυμα όποιον ήθελε ν’ ακούσει ότι την αντάμωσε την ώρα της βάρδιάς του, να τριγυρνά ευχαριστημένη στον περίβολο.

Κώστας Κυριαζής, Αγνή η Φράγκα. Οι τελευταίοι Κομνηνοί

Γεμάτα χρώματα, λουλούδια, στολίδια, ύμνους, χρυσάφια, πολύτιμες πέτρες ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα της Αγνής στα ξένα. Νωρίς την ξύπνησαν οι αρχοντοκυράδες, την πλύνανε, την αρωματίσανε και της φόρεσαν βαρύτιμα φορέματα κι ένα στέμμα στο κεφάλι. Ύστερα, έχοντας δεξιά κι αριστερά της δύο αγένειους, την οδήγησαν στο τρίκλινο του παλατιού και από κει, με τον αυτοκράτορα στο κεφάλι, την Αυγούστα Μαρία και τον Αλέξιο, ξεκίνησαν όλοι μαζί για τη μεγάλη εκκλησιά της του Θεού Σοφίας. Μ’άλογα και φορεία για τις γυναίκες πήγαν ως το Αυγουσταίο κι από κει, αφού σχηματίστηκε η πομπή, με τα πόδια ως τη Μεγάλη Εκκλησία. Και σταμάτησε η πομπή σε δύο-τρεις γωνίες και οι αντιπρόσωποι του δήμου των Πράσινων και των Βένετων φώναζαν: «πολλοί ὑμῖν οἱ χρόνοι» και «πολλά -πολλά τα έτη εις πολλά» και «πολυχρόνιον ποιῆσαι ὁ Θεός τὴν ἁγίαν Βασιλείαν σου» […] Μπήκε στη Μεγάλη Εκκλησία η πομπή, με τον αυτοκράτορα πάντα στο κεφάλι, και πήραν τις θέσεις τους κατά πώς ήταν το πρεπούμενο οι μεγαλάρχοντες, οι σιδερωμένοι, οι οφικιάλιοι, οι σκολάριοι, οι λογοθέτες, και είδε εκεί μπροστά στο ιερό μια φάτνη η Αγνή και το Χριστό μωράκι μέσα μόνο του, χωρίς την Παναγιά, χωρίς μάγους, χωρίς βοσκούς, χωρίς πρόβατα, και σα να σφίχτηκε λίγο η καρδιά της, γιατί ήταν κι ο νιογέννητος θεός μονάχος του μέσα σ’ όλο αυτό το χρυσοντυμένο πλήθος, όπως κι αυτή.

Δεν είχε καλοσυνέλθει το κοριτσάκι από θαυμασμό για τα τόσα μεγάλα και τρανά, για το θείο χορό, που έψαλλε τόσο όμορφα που νόμιζε πως ήταν φωνή αγγέλων κι όχι ανθρώπων οι ήχοι που έφθαναν στα αυτιά του, όταν ο αυτοκράτορας προχώρησε προς το νάρθηκα, άφησε τον πραιπόζιτο να του βγάλει το στέμμα, έκανε ακόμη δύο βήματα, συναντήθηκε με τον Πατριάρχη και μαζί μπήκαν στο ιερό να προσκυνήσουν. Προσκύνησε ο αυτοκράτορας, βγήκε πάλι απ’το ιερό και τράβηξε για το μητατώριο, να περιμένει να τελειώσει η λειτουργία, να έρθει ο καιρός του ασπασμού, η ώρα της Κοινωνίας. Κοινώνησε ο Μανουήλ, κοινώνησε η αυτοκρατόρισσα, ο Αλέξιος, άνοιξε το στόμα της η Αγνή, πήρε για πρώτη φορά στη ζήση της το θείο αίμα και το σώμα του Χριστού, κι ήταν τόσο γλυκό το κρασί και τόσο μυρωδάτο, που τα έχασε κι έκανε ώρα να συνέλθει και νόμιζε ότι είχε φύγει από τη γη κι ότι ήταν ο Παράδεισος τούτη η Εκκλησιά κι ότι τα εξάφτερα χερουβείμ στους τοίχους του τρούλου φτερουγίζανε αληθινά κι ο Χριστός ο Παντοκράτορας δεν ήταν τόσο αυστηρός κι ότι η Παναγιά είχε γραμμένη μια τέτοια καλοσύνη στο πρόσωπό της, που λες κι ήταν μάνα ολονών κι όχι μόνο του Χριστού που μόλις είχε γεννηθεί. Τέλειωσε κάποτε η λειτουργία, κίνησε για όξω ο αυτοκράτορας, του έβαλε πάλι το στέμμα ο πραιπόζιτος, βγήκε στην πλατεία, τον αχολόγησε ο λαός, οι δήμοι, η πλέμπα του λιμα-νιού… οι παλιοί στρατιώτες του.

Η στέψη του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού Πάλι αλύγιστος από κάθε άλλη φορά ήταν ο Αλέξιος. Ήταν και γι αυτόν η πιο μεγάλη μέρα της ζωής του και ήθελε να την απολαύσει από την πρώτη της στιγμή ως την τελευταία, που θα ήταν το καληνύχτισμα των αρχόντων, των μεγαλοκυράδων, στο τρίκλινο των ΙΘ ακκουβίτων, όπου θα δινόταν το επίσημο δείπνο. Ξύπνησε νωρίς αλλά δε σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Έπρεπε να έλθουν οι κουβικουλάριοι, οι βεστήτορες, οι σιλεντιάριοι, για να σηκωθεί και να παραδοθεί στα χέρια τους, να τον νίψουν, να τον χτενίσουν, να του φορέσουν το σκαραμάγγιο και το πορφυρό σαγίο, να τον οδηγήσει ολόκληρο το κουβούκλιό του ίσαμε τη Μεγάλη Εκκλησιά, όπου θα περίμενε ο Μανουήλ για να τον στέψει, μαζί με τον Πατριάρχη, συμβασιλέα. [….] Μπήκε στη Μεγάλη Εκκλησιά ο Αλέξιος, προχώρησε, ενώ προσκυνούσε το εκκλησίασμα, έφθασε τον άμβωνα, όπου ήταν το αντιμίσιο κι απάνω στα στέμματα και η χλαμύδα, και στάθηκε ακίνητος περιμένοντας τη μεγάλη τη στιγμή. Έψαλε τις ευχές ο Πατριάρχης, γέμισε θυμίαμα η εκκλησιά από τα ολόχρυσα θυμιατά που τα κουνούσαν χρυσοκεντημένοι παπάδες και έδωσε τη χλαμύδα στο Μανουήλ. Πήρε τη χλαμύδα ο αυτοκράτορας και μαζί με τους πραιπόζιτους τη φόρεσαν στον Αλέξιο….

Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, Πήραν την Πόλη, πήραν την

Στέκομαι δίπλα στον άμβωνα και, μαζί με χιλιάδες άλλους, κοιτάζω τον τεράστιο θόλο της Αγια-Σοφιάς να πυρπολείται και να περιδονείται από τη δυνατή λάμψη την ένθεη. Ολόκληρος ο λάος μέσα και έξω φλεγότανε, σα να εξέχεαν τα πύρινα σπλάχνα τους αμέτρητοι ήλιοι. Και στραφτάλιζαν τα σημένια σκεύη και τα χρυσά ψηφιδωτά, και τα πολυκάνδηλα έμοιαζαν αναμμένα, και οι μορφές των αγίων διάφλογες. Στεφανωμένος ο λαός μέσα και έξω, με στεφάνια φλόγας που υψώνονταν κυκλικά και περιδινούμενα, σχηματίζοντας ακάνθινα ωσαννά. Και τα κρύσταλλα των παραθύρων λιωμένο μάλαμα που στάλαζε σαν πύρινα δάκρυα. [...] Γονατίσαμε έντρομοι. Ο φόβος του μυστηρίου πιο τραχύς από το φόβο της μάχαιρας. Ήτανε η στιγμή, που μας προετοίμαζες, θεέ μου, για την ύστατη αγωνία. Μας εξύψωνες μέσα στο φόβο του μυστηρίου σου, να αξιωθούμε το μαρτύριο, που την ίδια τούτη νύχτα άρχιζε. [...] Ξαφνικά, μια ανατριχίλα σύρθηκε ανάμεσα στο πλήθος. Ρίγος παγωμέ-νο, σάμπως να διαπέρασε τα σήματά μας αγέρας τρομαγμένων νεκρών. Σηκώνω τα μάτια προς τον παμμέγιστο θόλο του ναού. Η λάμψη δια-σκορπιζότανε αργά, και παγωμένες δέσμες σκοταδιού κάλυπταν ευθύς τα ψηφιδωτά και τα πολυκάνδηλα και τις κλαίουσες μορφές των αγίων. Τρέξαμε όλοι έξω να δούμε το φως του τρούλου. Τη λάμψη εκείνη την κατακόρυφη. Διασκορπιζότανε με την ίδια αργή κίνηση. Κομμάτι κομμάτι ξεκολλούσε το θαύμα της από τον πληγωμένο τρούλο. Και ο σταυρός τρεμούλιασε γεγυμνωμένος και τυλίχτηκε τη νύχτα του. Κομμάτι κομμάτι θυμμάτιζε την καρδιά μας, σβήνοντας και την τελευταία ελπίδα. Και μας άφηνε έντρομους και γυμνούς.

Η σκηνή μας μεταφέρει στην Άλωση της Βασιλεύουσας από τους Οθωμανούς Έτρεχαν όλοι οι άνθρωποι να δουνε από κοντά αυτή την παράξενη άυλη φωτιά που κατάκαιγε, έλεγες, την Αγιά Σοφιά, την πυρπολούσε ολόκληρη, και υψωνότανε κατακόρυφη πάνω από το σταυρό της, να σχίσει τα παραπετάσματα του ουρανού, λάμψη συμπαγής και αείρροη, υψωνότανε καταυγάζουσα ναούς και ανάκτορα και σωρούς ερειπίων. Στη Μέση Οδο συνάντησα τον Μαουέλο και τον Δημήτριο, που έτρεχαν κι αυτοί μέσα στο πλήθος. - Είναι το φως το εξ ουρανών..., είπε ο Δημήτριος κατάτρομος, αυτό που μας έσκεπε... όμως απόψε δεν απλώνει... δεν απλώνει πάνω από τη Βασιλεύου-σα... κάτι άλλο σημαίνει... πυκνώθηκε, σωρεύτηκε εκεί, πάνω από τον τρούλο, μας απειλεί... Μας απειλεί. Έμοιαζε να μας απειλεί, ναι. Ήτανε η φλόγα που θα μας έκαιγε. Το φως που θα μας αθανάτιζε, να περάσουμε στο μύθο του χρόνου, περιμένοντας ίσως άλλα χίλια χρόνια, που θα έμοιαζαν με την "ημέρα του χθες". Σήκωσα τα μάτια μου και το είδα. Ήτανε εξαίσιο και τρομερό. Φριχτό σαν το μυστήριό σου, θεέ μου. Χρησμικό σαν τις άδηλες βουλές σου. Ακατάληπτο σαν τα ρήματά σου. Αγγελία του μαρτυρίου που μας αξίωνες. Ακατανόητο σαν τα θαύματά σου. [...] Τόσο πυκνή ήτανε η λάμψη, τόσο συμπαγής, που αν άπλωνες το χέρι σου, έλεγες, θα το κάψει. Χαίρε, θρόνε πυρίμαχε... Χαίρε, όπλον και τείχος απόρθητον. Ουρανίας αψίδος οροφουργέ... Σώσον ημάς... Σώζε πόλιν και λαόν...

Μάρω Δούκα,Ένας σκούφος από πορφύρα

Το μυθιστόρημα μάς μεταφέρει στα 1181, έτος ανόδου του Αλέξιου Κομνηνού στον θρόνο Μέσα Μαΐου διοργανώθηκαν οι καθιερωμένες ιπποδρομίες με ασυνήθιστη λαμπρότητα. Δεν ήταν μόνον οι πρώτες ιπποδρομίες έπειτα από τη μαύρη σαρακοστή που είχαμε περάσει. Γιορτάζαμε και τα επτακόσια πενήντα ένα έτη από την ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως. Ξεχωριστός ερορτασμός για να τιμήσουμε και την άνοδο του Αλέξιου στον θρόνο. Αντιβοούσαν τα στενορύμια και τα έμβολα. Είχε δοθεί σε όλους ψωμί. Μύριζαν οι πασχαλιές και τα τριαντάφυλλα, χαρά Θεού ο κόσμος. Στάθηκα κι εγώ να προσέξω. Συμβαίνει χρόνια να προσπερνάς όλα τα θαυμαστά, και μια στιγμή να σου 'ρχεται για να τα δεις μπροστά σου και να μείνεις άφωνος. Είδα τους Διόσκουρους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, παλαιές, λένε, θεότητες του αθλητισμού. Αιώνες τώρα στολίζουν την είσοδο του Ιπποδρόμου. Καμάρωσα τα τέσσερα άλογα στον πύργο, σαν ζωντανά, έτοιμα να καλπάσουν. Άναψα κερί στο παρεκκλήσι της Θεοτόκου. Ανάσαινα το πριονίδι ευτυχισμένος. Ο Αλέξιος όμως καθόταν με σφιγμένα χείλη στον θρόνο, ανέκφραστος. Χαιρέτιζε τα πλήθη που τον ζητοκραύγαζαν, εξαντλημένος από τη σαρανταήμερη νηστεία. Πελαγωμένος.

Κώστας Κυριαζής, Αγνή η Φράγκα. Οι τελευταίοι Κομνηνοί

Περιγραφή αρματοδρομίας παρουσία της αυτοκρατορικής οικογένειας Τράβηξαν για τον ιππόδρομο ο αυτοκράτορας και η Αυγούστα, οι νιόνυμφοι, ο Αλέξιος, η Αγνή, το αρχοντολόι. Καβάλα σε άτια με πορφυρή σαγή ο αυτοκράτορας και ο γιος του, σε χρυσοστολισμένα ο Ραινιέ κι ο Ανδρόνικος, σε φορεία η αυτοκρατόρισσα, η νύφη, η Αγνή, και πίσω τους, άλλοι καβάλα, άλλοι σε φορεία, ανάλογα με το φύλο, η χρυσοφορεμένη συνοδεία. Μακρύς ήταν ο δρόμος από το παλάτιο των Βλαχερνών στον ιππόδρομο. Έπρεπε να διασχίσει η πομπή και ψιλόβρεχε πάντα και είχαν μουσκέψει οι μαρμαρόστρωτοι ή λιθόστρωτοι δρόμοι και η πλέμπα, προφυλαγμένη κάτω από στοές, φώναζε τον ενθουσιασμό της […] Έφθασε μουσκεμένη στον ιππόδρομο η πομπή, μόνο οι γυναίκες στα φορεία γλιτώσανε από το νερό, έπιασε τη θέση της στο κάθισμα η αυτοκρατορική οικογένεια, σκουπίστηκαν με αρωματισμένες πετσέτες οι άνδρες – για ν’ αλλάξουν ούτε λόγος – σήμαναν οι σάλπιγγες, άρχισαν οι αγώνες, και μέσα σε λίγα λεπτά η λαοθάλασσα που είχε πλημμυρίσει τις κερκίδες ξέχασε τον αυτοκράτορα και όλα και άρχισε να ουρλιάζει τον ενθουσιασμό της για τα καλά και όμορφα που έβλεπε, για τους αγαπημένους τους αρματηλάτες, για τους σχοινοβάτες, για τους μίμους. Πρώτη φορά της έβλεπε όλα τούτα η Αγνή και ήταν τόσος ο ενθουσιασμός της, που ξεχάστηκε και παρασύρθηκε και κάποια στιγμή φώναξε κι εκείνη και τόσο ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι του Αλέξιου, που νόμισε ότι θα σπάσει. […] [...] Αντήχησε ο ιππόδρομος από τον καλπασμό των αλόγων, άρχισε πάλι να ξελαρυγγιάζεται η πλέμπα φωνάζοντας το όνομα του αγαπημένου της ηνίοχου. Συνεπαρμένες κοιτούσαν οι ξένες, η Μαργώ, η Κλώντ, η Σολάνζ, με ανοικτό το στόμα είχε μείνει η Αγνή. Ήταν τόσο αλλιώτικα από κείνα που ξέρανε ετούτα. Κάναν τον πρώτο γύρο τα τέσσερα άρματα χωρίς κανένα επεισόδιο, χωρίς κανένα ατύχημα. Συμπλήρωσαν το δεύτερο και τον τρίτο γύρο, πάλι χωρίς να χτυπηθούνε μεταξύ τους άλογα ή ηνίοχοι. Σον τέταρτο άλλαξαν. Το άρμα που οδηγούσε ο ηνίοχος με τον πράσινο μανδύα έπεσε με δύναμη πάνω σ’ εκείνο που πήγαινε δεξιά του, με αποτέλεσμα να το βγάλει από το δρόμο του, να το στείλει να πέσει, να «ναυαγήσει», εκεί που ήτανε ανοικτή η τάφρος. Ανάλογα, ηνίοχος, άρμα, γίνανε ένα κουβάρι και η πλέμπα βροντοφώναξε τον ενθουσιασμό της.

Τελείωσαν τα προσκυνήματα, όλα τελειώνουν κάποτε, χύθηκε ο λαός στον ιππόδρομο, να πάρει θέση για τις αρματοδρομίες και τους αγώνες, που θα γίνονταν το απόγευμα, τη δεύτερη ώρα μετά το μεσημέρι. Όμορφη κρατήθηκε όλη η μέρα. Ζεστός ήλιος, για ήλιος του Μάρτη, άρχισε το παιγνίδι του πάνω στο μυριόχρωμο λαό που φορούσε τα γιορτινά του. Καθρεφτίστηκε φιλάρεσκα στον οβελίσκο του Κωνσταντίνου μες στον ιππόδρομο, που φάνταζε σα χρυσαφένιος, έριξε μια ματιά μόνο στο κάθισμα, που ήταν άδειο ακόμη, έσκυψε στο πέλμα, έκανε πιο λαμπρά ακόμη με τις ακτίνες του τα φλάμουλα, τα λάβαρα, τα βάνδα που στολίζαν τον ιππόδρομο, ανακατεύτηκε με τις μυρτιές και τις άλλες πράσινες γιρλάντες, τσουρουφλίστηκε στα λεβέτια με το θυμίαμα και το λιβανωτό, έμεινε ακίνητος σα θαμπωμένος, όταν άρχισε να ’ρχεται το σέκρετο του Αυτοκράτορα, της Αυγούστας, του Αλέξιου, της Αγνής, λαμπύρισε πάνω στις αάλπιγγες και τις τούβες που ανάγγειλαν ότι θ’ άρχιζαν τα θεάματα. Δύο βάιν τρέξανε μονάχα. Τα άλλα ήταν για την επομένη. Ύστερα, για να τιμήσει τη Φράγκα, την Αγνή, τη νέα Αυγούστα, ο Μανουήλ, είχε προστάξει να γίνει τζόστρα κι όχι τορνεμές, για να μη λαβωθεί σοβαρά κανένας, μέρα χαράς που ήταν….

Η Αγνή έκλεισε τα μάτια της να μη βλέπει, γιατί το γεμάτο αίματα κορμί του ηνίοχου που είχε ναυαγήσει της έφερε κάτι σαν λιγοψυχιά...Στο τρίτο και το τέταρτο βάιν έβρεξε τόσο δυνατά, που λάσπωσε το πέλμα και τα άρματακαι τα άλογα όλο γλιστρούσαν, όλο χτυπιόντουσαν μεταξύ τους, σαν καράβια που πλέανε σιμά-σιμά ακυβέρνητα, μέσα σε αναταριασμένο πέλαγο. Πήραν τα βάιν οι νικητές. Ζητοκράυγαζε πάλι ο λαός τους νικητές, τον αυτοκράτορα, την Αυγούστα, τον Αλέξιο, τον Καίσαρα, την Καισάρισσα, την Αγνή οι μανάδες – πάντα οι μανάδες τη ζητωκραύγαζαν – σηκώθηκε ο αυτοκράτορας και η οικογένειά του από το κάθισμα και, επειδή είχε γίνει πια αληθινή νεροποντή η βροχή, τράβηξε από τη σκεπαστή στοά για το παλάτιο της Δάφνης κι εκεί για το τρίκλινο των ΙΘ ακκουβίτων, όπου θα γινόταν το επίσημο γεύμα. Δεν πήγε στον ιππόδρομο το απόγευμα η Αγνή. Ο Μανουήλ είχε προσέξει πόσο είχε επηρεαστεί από το θέαμα και πρόσταξε τις αρχοντοκυράδες της συνοδείας της να την οδηγήσουνε στα δώματά της. ............................................................... Περιγραφή μετά τη στέψη του Αλέξιου Α' ως αυτοκράτορα Τελείωσαν τα προσκυνήματα, όλα τελειώνουν κάποτε, χύθηκε ο λαός στον ιππόδρομο, να πάρει θέση για τις αρματοδρομίες και τους αγώνες, που θα γίνονταν το απόγευμα, τη δεύτερη ώρα μετά το μεσημέρι.

Μάρω Δούκα, Ένας σκούφος από πορφύρα

Αι Βλαχέρναι Η τοποθεσία ανάμεσα στον στον έκτο λόφο και στον Κεράτιο θα συνδεθεί πολύ μ' εσάς τους Κομνηνούς. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς και γιατί ετούτο το βορειοδυτικό μέρος της Επτάλοφης ονομάστηκε Βλαχέρναι. Από τα βλάχνα που φύτρωναν εν αφθονία εκεί, κόπηκαν, λέει, τα βλάχνα και χτίστηκε ο τόπος. Άλλος λέει ότι την ονόμασαν λακέρνα και βλαχέρνα, γιατί η τοποθεσία ήταν μια γούβα με πολλά νερά, άλλος διότι λακέρνα ρωμαϊστί είναι η παλαμίδα, και σ' εκείνο το σημείο του Κεράτιου πιάνονταν πολλές παλαμίδες. Κάποιος, επίσης, ισχυρίζεται ότι η ονομασία οφείλεται σ' έναν Σκύθη στρατηγό, τον Λακέρνο. Όπως και να 'χει, μια αυτοκράτειρα, η Πουλχερία, έχτισε εδώ τον ναό της Θεοτόκου. Αργότερα, ο Δίκουρος Αναστάσιος, ξέρεις γιατί τον είπαν έτσι; είχε ένα μάτι γαλανό και ένα μαύρο, θεμέλιωσε πρώτος το ανάκτορο. Μου τα 'πε όλα και μου τα εξήγησε ο Μαγγάνης, χρόνια στην υπηρεσία του παππού σου, γέρος κι αυτός σήμερα, αποσυρμένος κοντά στην Πύλη του Ρωμανού, σ' ένα παλάτι. […] Κι εσύ μην παραλείπεις την τρίτη Παρασκευή των νηστειών να κατεβαίνεις στα υπόγεια του ναού και να λούζεσαι στο Άγιο Λούμα, να αγιάζεσαι κι εσύ, παιδί μου, να φιλείς ευλαβικά το χρυσάργυρο κουβούκλιο με την εσθήτα και την τιμία ζώνη της Παναγίας. Την είχαν φέρει οι λαμπροί πρόγονοί σου από τα Ιεροσόλυμα, όπως έφεραν και την αχειροποίητη εικόνα του Σωτήρος, το Άγιον Μανδήλιον, από την Έδεσσα. Λένε, μάλιστα, ότι ο Λέων ο Σοφός γιάτρεψε την ερωμένη του τη Ζωή, ακουμπώντας τη ζώνη της Θεοτόκου στην κοιλιά της. Σε ξορκίζω, τίμησε την ορθοδοξία, τη Θεοτόκο τίμα. Εσύ να ελευθερώσεις τους Αγίους Τόπους, εσύ να υποτάξεις τους Φράγκους που μολύνουν τα άγια χώματα, να ξαναπάρεις την Αντιόχεια, να καθαρίσεις όλη τη Μικρασία. Εσύ να γίνεις ο στρατηλάτης που θα αναστήσει τα αρχαία μεγαλεία.

Κώστας Κυριαζής, Αγνή η Φράγκα. Οι τελευταίοι Κομνηνοί

Διάσχισε σχεδόν όλη τη Βασιλεύουσα η πομπή κι έφθασε τα βορινά στεριανά τειχιά της Βασιλεύουσας. Εκεί στην άκρη τους, κοντά στα θαλασσινά τειχιά, εκεί όπου ενώνονταν με τα στεριανά στο μυχό σχεδόν του Κεράτιου, ο Αλέξιος Κομνηνός είχε αρχίσει να χτίζει καινούργιο παλάτιο, που το είχε συμπληρώσει και ανανεώσει πριν από χρόνια ο Μανουήλ. Ήταν το παλάτιο των Βλαχερνών. Η αγαπημένη «ιδιαίτερη» κατοικία του αυτοκράτορα. Η Αγνή δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει, δεν μπόρεσε να μην ανοίξει διάπλατα τα μάτια της, όταν την κατεβάσανε απ’ το φορείο. Αν το παλάτιο της Μαγναύρας, της Δάφνης, αν η αίθουσα των ΙΘ’ ακκουβιτών ήταν τεράστια κι όμορφα και πλούσια, τούτο δω το παλάτιο ξεπερνούσε το κάθε τι που είχε δει ίσαμε κείνη τη στιγμή, όχι σε μέγεθος, αλλά σε πλούτο. Όλοι οι τοίχοι ήταν γεμάτοι ζωγραφιές ή ψηφιδωτά, που παρίσταιναν τις νίκες του Μανουήλ ή των άλλων Κομνηνών που κάθησαν πριν απ’ αυτόν στο θρόνο. Από τις θύρες και τα παράθυρα κρέμονταν βήλα μεταξωτά, πορφυρά, με κεντημένα απάνω τους λιοντάρια κι αετούς με καθαρό χρυσάφι.

Στη μεγάλη αίθουσα που δεχότανε ο Μανουήλ τους ξένους, τις πρεσβείες, τους μεγαλάρχοντες της αυτοκρατορίας, ο θρόνος του είχε τόσες πολλές πολύτιμες πέτρες απάνω του, κόκκινες, πράσινες, γαλάζιες, διαμάντια και μαργαριτάρια, που ο κάθε ξένος που τον αντίκριζε έλεγε ότι εδώ είχανε μαζευτεί όλα τα πλούτη, όλοι οι θησαυροί του κόσμου. Κοίταζε συνεπαρμένη η Αγνή, κι όταν την οδήγησαν στα δώματά της, όταν την πήγαν στο κουβούκλι της να βγάλει από πάνω της τα φορέματα που την γονάτιζαν από το βάρος και την αλυγισιά τους, έτρεξε στο παραθύρι και κοίταξε έξω. Η θάλασσα, γαλάζια, πρασινωπή, ερχόταν από κάτω σχεδόν από το παραθύρι της. Πιο κει, στην απέναντι στεριά, μέσα στα δέντρα, ξεχώ-ρισε δύο-τρία αρχοντικά. […]

Κώστας Κυριαζής, Αγνή η Φράγκα. Οι τελευταίοι Κομνηνοί

H Παναγία των Βλαχερνών Μεγάλη Παρασκευή. Από το παλάτιο των Βλαχερνών, τη δεύτερη ώρα από το ξημέρωμα, ξεκίνησε ο Μανουήλ μαζί με τον Αλέξιο, μια και ήτανε να πάνε στην εκκλησιά της Παναγίας των Βλαχερνών, όπως το ήθελε η παράδοση. Μπήκαν μέσα στην εκκλησιά που ευωδίαζε ολόκληρη από θυμίαμα, από λιβανωτό, αλλά και΄από λουλούδια. Από τις ροδιές που είχαν ανθίσει ολοτρίγυρα στους κήπους, τις πασχαλιές και τ’ άλλα μυριστικά, που λες και πάλευαν μεταξύ τους ποιο θα υπερισχύσει, ποιο θα χαρίσει πιο πλούσιο ή πιο λεπτό ένα άρωμα για την ταφή του Θεανθρώπου, για την υπόσχεση της αυριανής ανάστασης, που ήτανε και για τη φύση ανάσταση, αφού είχε μπει για τα καλά πια η άνοιξη. Προχώρησαν μέχρι τις άγιες θύρες ο Μανουήλ κι ο Αλέξιος, άναψαν κεριά, προσευχήθηκαν, μπήκαν κατόπι στο θυσιαστήριο, κι ενώ ο Αλέξιος στεκότανε παράμερα, ο Μανουήλ πήρε ένα ολόχρυσο θυμιατό, στολισμένο με πολύτιμες μυριόχρωμες πέτρες και μαργαριτάρια, κι άρχισε να θυμιατίζει ολοτρίγυρα κι ύστερα, αφού έντυσε την Άγια Τράπεζα, έβαλε απάνω το αποκόμβιο και βγήκε από την πλάγια θύρα και μπήκε στο ιερό της αγίας σορού και ξανάναψε κεριά και προσευχήθηκε και μπήκε στο θυσιαστήριο και πήρε άλλο θυμιατό, ολόχρυσο και τούτο, και θυμίασε ένα γύρο την αγία τράπεζα και πήρε άλλο αποκόμβιο και το έβαλε στην άγια τράπεζα και σταυροκοπήθηκε, και σταυροκοπήθηκε κι ο Αλέξιος που τον ακολουθούσε σιωπηλός και σοβαρός – πάντα σοβαρός – και διάσχισε την εκκλησιά, που ήταν γεμάτη από πατρίκιους και το σεκρέτο και το κουβούκλιό του, και γύρισε πάλι στο παλάτιο των Βλαχερνών και τράβηξε για τα δώματά του για να ξαποστάσει, γιατί τι κάθε τι τον κούραζε κι είχε πολλά ακόμη να κάνει το απόγευμα.

"Η μεγάλη δόξα και φήμη της Αγίας Σοφίας οφείλεται στο εσωτερικό της, όπου οι επίγειες σκέψεις εξανεμίζονταν και ο πιστός ένιωθε την ψυχή του να φτερουγίζει προς τον ουρανό. Η χριστιανική αντίληψη ότι σημασία δεν έχει τόσο η εξωτερική επίφαση όσο η εσωτερική αλήθεια είχε επηρεάσει σαφώς το συνολικό διακοσμητικό σχέδιο της Αγίας Σοφίας". Πέραν από τις πολύχρωμες ορθομαρμαρώσεις και τα δάπεδα, τους μαρμάρινους κίονες και τα λεπτοδουλεμένα κιονόκρανα, εντυπωσιάζουν τα θαυμαστά ψηφιδωτά, τα περισσότερα από τα οποία προέρχονται από την εποχή μετά την Εικονομαχία (726-843). Κυριαρχεί η απεικό-νιση του Χριστού, ως έκφραση του Λόγου και της Σοφίας του Θεού & της Παναγίας.

Το εσωτερικό του ναού

Ο πρώτος ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, τύπου ξυλόστεγης βασιλικής, άρχισε να οικοδομείται από τον Μ. Κωνσταντίνο το 330 και εγκαινιάστηκε το 360 από τον γιο του Κωνστάντιο Β΄. Το 404 κατα-στράφηκε κατά τη διάρκεια μιας στάσης και ξανα-χτίστηκε το 415 από τον Θεοδόσιο Β΄. Ο νέος αυτός ναός κάηκε κατά τη Στάση του Νίκα (532) και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ αποφάσισε την επανοικοδόμησή του, αναθέτοντας τη σχεδίαση και την κατασκευή του ναού στους αρχιτέκτονες, μηχανικούς και μαθηματικούς Ανθέμιο από τις Τράλλεις και Ισίδωρο από τη Μίλητο. Η μεγαλύτερη αρχιτεκτονική πρόκληση ήταν προσθήκη τρούλου σε μια βασιλική. Η στήριξη του τρούλου σε σφαιρικά τρίγωνα και η ενίσχυση εξωτερικά με αντηρίδες επέτρεψε τη δημιουργία ενός νέου αρχιτεκτονικού ρυθμού. Ο ναός, που δεσπόζει ως σήμερα, εγκαινιάστηκε στις 27 Δεκεμβρίου 537.

Η οικοδόμηση του ναού

Αριστερά:Η Θεοτόκος στην αψίδα, καθιστή σε θρόνο, κρατά στην αγκαλιά της τον μικρό Ιησού. Κάτω: α. Η Δέηση β. Ο αυτοκράτορας Λεών Στ΄ ο Σοφός γονατιστός μπροστά στον ένθρονο Χριστό, πάνω από τη Βασίλειο Πύλη.

Τοπόσημα της Βυζαντινής Κωνσταντινούπολης...

  • Μονή Στουδίου
  • Ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου
  • Ιππόδρομος
  • Ναός της Αγίας Σοφίας
  • Ναός της Αγίας Ειρήνης
  • Μέγα ή Ιερόν Παλάτιον
  • Παλάτι του Βουκολέοντα
  • Παλάτι & Παναγία των Βλαχερνών

... μέσα από ιστορικά μυθιστορήματα

Η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης του 8ου αι. συ-νιστά τέλειο παράδειγμα που αποτυπώνει τη μετάβαση από την τρουλαία βασιλική σε ελ-ληνικό σταυρό εγγεγραμμένο σε τετράγωνο.

Σταυροειδής εγγεγραμμένος

Ο ναός της Αγ. Ειρήνης πρωτοχτίστηκε από τον Μ. Κωνσταντίνο τον 4ο αι. Μέχρι την οικοδόμηση της Αγ. Σοφίας τον 6ο αι. ήταν ο μητροπολιτικός ναός της Πόλης. Με τη Στάση του Νίκα (532) ο ναός καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε από τον Ιουστινιανό ως τρουλαία βασιλική. Καταστράφηκε εκ νέου από τον σεισμό του 740, αλλά ο Κωνσταντίνος Ε΄την εχτισε από την αρχή (753). Μετά την άλωση, ο ναός δεν μετατράπηκε σε τζαμί, αλλά περιλήφθηκε στο ανάκτορο Τοπ Καπί και χρησιμοποιήθηκε ως οπλοστάσιο των Γενιτσά-ρων κι αργότερα ως στρατιωτικό μουσείο.

Αγία Ειρήνη

Ο εσωτερικός διάκοσμος της Αγίας Ειρήνης αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα εικονομα-χικής τέχνης. Στην κεντρική κόγχη, εκεί που παραδοσιακά εικονίζεται η Πλατυτέρα, υπάρ-χει ένας χρυσός ψηφιδωτός σταυρός που ορίζεται από μαύρο πλαίσιο. Το ψηφιδωτό είναι υψηλής ποιότητας και πρώτο δείγμα μιας νέας τεχνοτροπίας. Στο κάτω μέρος της κόγχης διασώζεται σύνθρονο με επτά βαθμίδες, δηλ. σειρές από χτισμένα καθίσματα, όπου καθόταν ο κλήρος κατά τη Θεία Λειτουργία.

Εσωτερικό

Το παλάτι των Βλαχερνών

Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός ανέβηκε στον θρόνο το 1081. Ο αιώνας της διακυβέρ-νησης της δυναστείας των Κομνηνών (1081 -1185) σήμανε τη μεγάλη ανανέωση, αλλά και μια σειρά σημαντικών μεταβολών στη φυσιογνωμία της Κωνσταντι-νούπολης. Το κέντρο της αυτοκρατορικής εξουσίας σταδιακά μετατοπίστηκε από το Μέγα Παλάτιο στο μικρότερο παλάτι των Βλαχερνών. Στην περιοχή των Βλαχερνών, προάστιο στο βορειοδυτικό άκρο της πόλης, υπήρχε ήδη από την Πρωτοβυζαντινή περίοδο ένα σημαντικό προσκύνημα, η Παναγία των Βλαχερνών. Στα χρόνια των Κομνηνών το ενδιαφέρον γι’ αυτήν αναζωπυρώθηκε, όταν ανακαλύφθηκε μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Toν 11ο αι. ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α' Κομνηνός δημιούργησε το ανάκτορο των Βλα-χερνών, το οποίο υπήρξε η μόνιμη κατοικία των Αυτοκρατόρων από το 1081 ως το 1453. Παρόλα αυτά το Μέγα Παλάτιο συνέχιζε να χρησιμοποιείται για επίσημες τελετές. Στις Βλαχέρνες εντοπίζεται το άλλο μεγάλο κτίσμα που συνδέθηκε με το όνομα του Αλεξίου: ο «αλέξιος τρίκλινος», η αίθουσα του θρόνου που έχτισε στο εκεί παλάτι. Tο συγκρότημα των ανακτόρων των Βλαχερνών είναι χτισμένο πάνω στον ψηλότερο από τους Επτά λόφους της Κων/πολης, χωρίς κανένα εμπόδιο μπροστά του - γι' αυτό και ονομαζόταν "Υψηλόν Παλάτιον" - και προσέφερε ανεμπόδιστη πολλαπλή θέα (Κερατίος, Περαία, θάλασσα του Μαρμαρά), μακριά από τον συνωστισμό των αγορών της Πόλης και κυρίως τον Ιππόδρομο και τον όχλο του, προσφέροντας έτσι στον αυτοκράτορα απομόνωση και ασφάλεια από πιθανούς λαϊκούς ξεσηκωμούς και από τις θανατηφόρες επιδημίες που συχνά τότε μάστιζαν τις πόλεις.

1. Ναός Θεοτόκου, 2. Αγία Σορός,3. Αίθουσα Δανούβιου, 4. Ωκεανός, 5. Τρίκλινος Αναστασιανός, 6. Παλάτι Αλέξιου Α΄ Κομνηνού, 7. Δεσμωτήριο Ανεμά, 8. Αυτοκρατορικά λουτρά, 9. Παλάτι Μανουήλ Κομνηνού, 10. Παρεκκλήσιο, 11. Παλάτι της Ειρήνης, 12. Πύργος του Ισαάκιου Άγγελου

Η μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου «του Στουδίου» ή του «εν τοις Στουδίου» (σε ιδιοκτησία του Στουδίου) ιδρύθηκε στα μέσα του 5ου αιώνα. Ήταν η πολυπληθέστερη μονή της Βασιλεύουσας. Η τρίκλιτη βασιλική, που σώζεται σήμερα χωρίς την οροφή και σε ερειπιώδη κατάσταση, είναι η αρχαιότερη σωζόμενη εκκλησία μέσα στην πόλη και διατηρεί μεγάλο μέρος από την πλούσια αρχική της διακόσμηση. Η μονή έπαιξε σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική και πολιτική ζωή της Πολης, ιδίως στη διάρκεια της Εικονομαχίας (726-843).

Μονή Στουδίου

Η μονή απέκτησε εξέχουσα θέση την εποχή του περίφημου ηγουμένου της, του Θεοδώρου Στουδίτη (759-826). Προσκεκλημένος από την αυτοκράτειρα Ειρήνη, το 798, ο Θεόδωρος υποστήριξε την ανεξαρτησία των μοναστηριών και αντιτάχθηκε στην αυτοκρατορική επέμβαση. Μετά τον 10ο αιώνα η μονή άλλαξε στάση και υποστήριζε τα συμφέροντα του παλατιού. Ύστερα από την Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους (1204) η μονή εγκαταλείφθηκε. Επανιδρύθηκε το 1293 από τον Κων/νο Παλαιολόγο και λειτούργησε ως το 1453. Μετά την οθωμανική κατάκτηση μετατράπηκε σε τζαμί (Ιμραχόρ Τζαμί).

Τρεις αυτοκράτορες αποσύρθηκαν εκεί και έγιναν Στουδίτες, ο Μιχαήλ Ε’ ο Καλαφάτης (1042), ο Ισαάκ Κομνηνός (1059) και ο Μιχαήλ Ζ’ ο Δούκας (1078), ενώ τρεις Στουδίτες έγιναν Πατριάρχες. Στη σπουδαία βιβλιοθήκη της μονής θησαυρίζονταν έγγραφα, επιστολές και υλικό που αφορούσε στα περιουσιακά στοιχεία και τα προνόμιά της. Εκεί είχε οργανωθεί με μεγάλη πειθαρχία η αντιγραφή χειρογράφων και επινοήθηκε ένας νέος, ταχύτερος τύπος γραφής, η μικρογράμματη. Τα χειρόγραφα της σχολής αντιγραφέων της ήταν περιζήτητα σε όλο τον χριστιανικό κόσμο και πολλά από αυτά σώζονται σε διάφορες βιβλιοθήκες της Δυτικής Ευρώπης και της Ανατολής.

Από τη σημερινή μορφή του αυτοκρατορικού συγκροτήματος ελά-χιστα τμήματα του εσωτερικού χώρου διατηρούνται - μόνο κιονό-κρανα από την εξάστηλη κινστέρνα - καθίιστώντας δύσκολη την αποκατάσταση της κάτοψής του. Το 1871, πάνω από τα θεμέλια και μέσα από τα ερείπια διανοίχτηκαν σιδηροδρομικές γραμμές. Η σημασία του είναι τεράστια, καθώς είναι ένα από τα ελάχιστα δείγματα κοσμικής αρχιτεκτονικής των Βυζαντινών, και το μόνο κτίριο του Μεγάλου Παλατιού που στέκεται μέχρι σήμερα.

Το παλάτι σήμερα

Το ανάκτορο του Βουκολέοντος βρισκόταν στην ακτή της θάλασσας του Μαρμαρά, νότια του Μεγάλου Παλατιού και ανατολικά του ναού των Αγίων Σεργίου & Βάκχου. Πρωτοοι-κοδομήθηκε επί Θεοδόσιου Β΄(408-450). Επί Νικηφόρου Β΄ Φωκά (963-969), ο οποίος κατοικούσε στο ανάκτορο και θανατώθηκε σ' αυτό, ενσωμάτωσε μέρος του Μεγάλου Παλατιού. Μόνο ο άνω όροφος του ανακτόρου μπορούσε να κατοικηθεί, ενώ το κάτω τμήμα χρησίμευε ως στρατώνας για τους ναύτες. Το όνομά του συνδέεται με μία μαρμάρινη γλυπτή σύνθεση, τοποθετημένη στην αποβάθρα του λιμανιού και παρίστανε ένα βόδι και ένα λιοντάρι. Στα χρόνια των Παλαιολόγων το ανάκτορο μετατράπηκε σε φυλακή.

Θέση, χρήση & όνομα

Το γνωστότερο και σπουδαιότερο γεγονός είναι η σωτηρία της Πόλης κατά το 626 μ.Χ. όταν πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα των Αβάρων. Η εικόνα της Βλαχερνίτισσας λιτανεύτηκε στις επάλξεις. Η πολιορκία λύθηκε, η Πόλη σώθηκε και η σωτηρία αποδό-θηκε στην Παναγία. Σύσσωμος ο λαός οδηγήθηκε με την εικόνα στον ναό, όπου αγρύπνησε ψάλλοντας τον Ακάθιστο Ύμνο.

Η ιστορία του ναού

Ο ναός των Βλαχερνών υπήρξε το πιο γνωστό και το πιο φημισμένο ιερό της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη. Ο ναός χτίστηκε στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. και τελειοποιήθηκε από τον Ιουστινιανό στα χρόνια της βασιλείας του θείου του Ιουστίνου Α΄.

Το αγίασμα των Βλαχερνών, το "λούσμα": χωριζόταν σε τρία μέρη: την ιματιοθήκη (απόδυτος), τη δεξαμενή (κόλυμβος) & τον Αγ. Φωτεινό. Εδώ ερχόταν κάθε Παρασκευή ο αυτο-κράτορας, για να λουστεί.

Κατά την περίοδο της Εικονομαχίας όλο το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού καταστράφηκε κι οι εικομάχοι αντικατέ-στησαν τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας με παραστάσεις δέντρων, πτηνών και θηρίων. Τότε εξαφανίστηκε και η ξύλινη,

αργυρόχρυση και ιστορική εικόνα της Παναγίας, η οποία ξαναβρέ-θηκε, το 1030 μ.Χ. κρυμμένη στον τοίχο κατά τις εργασίες ανακαί-νισης που έγιναν επί Ρωμανού Γ´ Αργυρού.

Το 1070 μ.Χ. η εκκλησία καταστράφηκε από πυρκαγιά, αλλά με τη συνδρομή των αυτοκρατό-ρων Ρωμανού Δ´ Διογένη (1067 – 1071 μ.Χ.) και Μιχαήλ Ζ´ Δούκα (1071 – 1078 μ.Χ.) ξαναχτίστηκε. Ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα κάηκε τελικά το 1434 μ.Χ., λίγο πριν από την Άλωση

Το 843 μ.Χ., με τη λήξη της Εικονομαχίας, από τον ναό των Βλα-χερνών ξεκίνησε η γιορτή της Ορθοδοξίας, που καθιερώθηκε για τον θρίαμβο των εικόνων.

Ο τύπος της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας: ολόσωμη, μετωπική η Παναγία με υψωμένα τα χέ-ρια. Στο στήθος, σε μετάλλιο, παριστάνεται ο Χρι-στός ευλογώντας.

Ο μέγας νάος των Βλαχερνών συνδεόταν με το Ιερό Λούμα και την Αγία Σορό, όπου φυλασσόταν η Αγία Εσθής της Θεοτόκου, που μεταφέρθηκε από την Παλαιστίνη το 473. Συνδεόταν, επίσης, με το παλάτι με σκάλα και ειδική θύρα.

Η οικοδόμηση του ναού των Αγίων Σέργιου & Βάκχου ανατέθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και τη σύζυγό του Θεοδώρα στον Ανθέμιο από τις Τράλλεις και τον Ισίδωρο από τη Μίλητο, τους αρχιτέκτονες της Αγίας Σοφίας, το 527. Ως τοποθεσία επιλέχθηκε το παλάτι του Ορμίσδα, που αποτελούσε την ιδιωτική κατοικία του ζεύγους, πριν ο Ιουστινιανός γίνει αυτοκράτορας.

Καθώς οι αρχιτεκτονικές αρχές που εφαρμόστηκαν είναι παρόμοιες με αυτές της Αγίας Σοφίας - κάτι σαν πρόβα τζενεράλε - ο ναός έμεινε γνωστός ως "Μικρή Αγιά Σοφιά". Μεταξύ 1506-1513 μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος, με το όνομα Küçük Ayasofya Camii.

Ο ναός χτίστηκε για να εξυπηρετήσει τη μονοφυσιτική κοινότητα, που είχε στεγαστεί στο παλάτι του Ορμίσδα, αφού το αυτοκρατορικό ζεύγος μεταφέρθηκε στο Μέγα Παλάτιο. Οι μονοφυσίτες βρίσκονταν υπό την προστασία της Θεοδώρας. Μετά τον θάνατό της (548), η κοινότητα αναγκάστηκε να μεταφερθεί.

Η βασική λειτουργία του Ιπποδρόμου ήταν η ψυχαγωγική. Εκεί διεξάγονταν αρματοδρομίες, αγώνες πάλης, θηριομαχίες, βασανισμοί κι εκτελέ-σεις δημόσιων προσώπων, καθώς και εορτασμοί στρατιωτικών θριάμβων. Σε ιδεολογικό επίπεδο ο Ιππόδρομος σε συνδυασμό με τα γύρω κτήρια, εξέφραζε την αυτοκρατορική ισχύ και εδραίωνε τη σχέση μεταξύ του αυτοκράτορα και των υπηκόων του, καθώς του έδινε τη δυνατότητα να επικοι-νωνήσει μαζί τους. Προσφέροντάς τους ένα πολυποίκιλο θέαμα τους αντάμοιβε για την υπακοή, τον σεβασμό και την αφορίσωσή τους στο πρόσωπό του. Παράλληλα, ο λαός εκπροσωπούνταν μέσα στον Ιππόδρομο από φατρίες, τους Δήμους, που αποκτούσαν ολοένα και περισσότερη ισχύ, κάνοντας τον Ιππόδρομο κέντρο της κοινωνικής ζωής της Κων/πολης.

Λειτουργίες

Ο Ιππόδρομος ήταν ένα από τα πιο σημαντικά κτήρια της Κων/πολης. Μαζί με την Αγ. Σοφία, το Μέγα Παλάτιον, τα Λουτρά του Ζευξίππου & το Αυγουσταίον σχημάτιζαν ένα οικιστικό σύνολο που συμβόλιζε το αυτοκρατορικό μεγαλείο της πρω-τεύουσας. Χτίστηκε στα τέλη του 3ου αι. από τον Σεπτίμιο Σεβήρο στα πρότυπα του Circus Maximus της Ρώμης και ολοκληρώθηκε το 328 από τον Μ. Κωνσταντίνο. Είχε χωρητικότητα 100.000 ατόμων. Γνώρισε πολλές πυρκαγιές, με σημαντικό-τερη αυτή της Στάσης του Νίκα, το 532. Τον 9ο αι. οι αγώνες περιορίστηκαν. Το 1204 ο διάκοσμος λαφυραγωγήθηκε από τους Σταυροφόρους και τους επόμενους αιώνες ο Ιπποδρόμος χρησιμοποιήθηκε μόνο περιστασιακά για έφιππες κονταρομαχίες. Μετά την οθωμανική κατάκτηση, αξιοποιήθηκε ως χώρος ασκήσεων αλόγων.

Ο Ιππόδρομος

Η διακόσμησή του απασχόλησε πολλούς αυτοκράτορες, καθώς ο συμβολικός χαρακτήρας των διακοσμητικών στοιχείων είχε ιδιαίτερη σημασία για την αυτοκρατορική εξουσία. Στα αξιόλογα μνημεία του Ιπποδρόμου ανήκουν η στήλη των Όφεων, ο οβελίσκος του Θεοδόσιου Α΄ και ένας ακόμα οβελίσκος από συναρμοσμέ-νους λίθους που αποδίδεται στον Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο, τα οποία σώζονται και διατηρούνται στο κέντρο σημερινής πλατείας Σουλτάν Αχμέτ. Γνωστά είναι επίσης τέσσερα χάλκινα άλογα που είχαν αρχικά τοποθετηθεί σε πύργο πάνω από τις πύλες του Ιπποδρόμου και το 1204 τοποθετήθηκαν από τους Ενετούς στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Τον Ιππόδρομο κοσμούσαν επίσης αρκετά αγάλματα αφιερωμέ-να σε φημισμένους αρματοδρόμους.

Διακόσμηση

Το Μέγα ή Ιερόν Παλάτιον αποτελούσε ένα συγκρότημα από πολλά οικοδομήματα και αποτελούσε την έδρα της διοίκησης του κράτους. Καταλάμβανε τον πρώτο λόφο της Κων/πολης μέχρι τη θάλασσα. Το παλαιότερο τμήμα του ήταν το Παλάτι της Δάφνης που χτίστηκε από τον Μ. Κωνσταντίνο. Σημαντική προσθήκη του 6ου ή 7ου αι. ήταν μια μεγάλη περίστυλη αυλή που οδηγούσε στην Αψιδωτή Αίθουσα του Μεγάλου Περιστυλίου, όπου βρισκόταν ο αυτοκρατορικός θρόνος. Στα τέλη του 6ου αι. ο Ιουστινιανός Β΄ προσέθεσε τον Χρυσοτρίκλινο.

Μέγα ή Ιερόν Παλάτιον

Πρόκειται για την επίσημη είσοδο του παλατιού και χτίστηκε επί Αναστασίου Α΄ (491-518). Το όνομα οφειλόταν πιθανότατα είτε στη χάλκινη επένδυση της οροφής της, είτε στους χάλκινους άξονες περιστροφής των θυρών της. Πάνω από τη θύρα της Χαλκής Πύλης υπήρχε η περίφημη εικόνα του Χριστού Χαλκίτη, στον οποίο ήταν αφιερωμένο το παρεκκλήσιο πίσω αριστερά. Η εικόνα του Χριστού αφαιρέθηκε με την έναρξη της Εικονομαχίας.

Η Χαλκή Πύλη

Αρχικά ήταν η αίθουσα ακροάσεων του μαγίστρου των βασιλικών οφφικίων, δηλ. του επικεφαλής της διοίκησης. Καταστράφηκε κατά τη Στάση του Νίκα (532) και ξαναχτίστηκε από τον Ιουστινιανό, ενώ ολοκληρώθηκε από τον Ηράκλειο (630). Μετατράπηκε, έτσι, σε αίθουσα ακροάσεων των αυτοκρατόρων. Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο (610-1204) εξυπηρετούσε κι άλλους σκοπούς, όπως τη διεξαγωγή δικών & εκκλησιαστικών συνόδων, ενώ υπήρξε έδρα πανεπιστημίου, του Πανδιδακτηρίου.

Το ανάκτορο της Μαγναύρας

Αψιδωτή Αίθουσα του Μεγάλου Περιστυλίου

Παλάτι της Δάφνης